Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ο άνθρωπος που φοβόταν τις ευχές....



Σε μια συνηθισμένη, χωρίς τίποτε το ξεχωριστό, γειτονιά ζούσε ένας άνθρωπος σαν όλους τους ανθρώπους. Οι συνήθειές του και όλα του τα χαρακτηριστικά ήταν τόσο πολύ
συνηθισμένα που τίποτε δε θα τον έκανε να ξεχωρίζει από τους γείτονές του αν δεν είχε μια παράξενη, μια ασυνήθιστη φοβία. Αυτός ο άνθρωπος φοβόταν τις ευχές. Εντάξει, όχι όλες τις ευχές. Σίγουρα δεν τον τρόμαζαν τα «Χρόνια πολλά», «Να ζήσετε», «Καλή χρονιά» και πάει λέγοντας. Μπορούσε να δέχεται και να λέει μειδιώντας όλων των ειδών τις τυπικές ευχές για οποιαδήποτε περίσταση. Αυτό που τον τρομοκρατούσε και σχεδόν τον παρέλυε ήταν η παραμικρή πρόθεση, η απειροελάχιστη σκέψη να κάνει μια ευχή βαθύτερη, πιο ουσιαστική. Μια ευχή που θα εξέφραζε ένα απραγματοποίητο όνειρο, μια ανικανοποίητη επιθυμία. 
Τον έλουζε κρύος ιδρώτας κάθε καλοκαίρι όταν η παρέα του επέμενε να κάθεται όλη νύχτα να παρακολουθεί τις «Περσίδες», τη μεταμόρφωση του Δία σε χρυσή βροχή για να αποπλανήσει τη Δανάη, τη μητέρα του Περσέα. «Μόλις δεις αστέρι να πέφτει, κάνε μια ευχή», έλεγαν όλοι κι εκείνος δεν απαντούσε ώστε οι άλλοι νόμιζαν ότι έκανε ευχές σιωπηλά από μέσα του. Την ίδια αγωνία αισθανόταν κάθε φορά στα γενέθλιά του όπου οι φίλοι και το κορίτσι του επέμεναν ακόμη να του φέρνουν τούρτα και να του ζητούν να σβήσει το μοναδικό συμβολικό κεράκι κάνοντας μια ευχή. Ή όταν έμπαινε σ’ ένα εκκλησάκι που δεν είχε ξαναβρεθεί, ή όταν κάποιος πετούσε ένα κέρμα σε σιντριβάνι. Πάντα η ίδια βασανιστική επιταγή: «κάνε μια ευχή». 
Είχε ακόμα ζωντανή στη μνήμη του την τελευταία φορά που σαν παιδάκι έκανε μια ευχή, αν και δε θυμόταν με ποια αφορμή, γιορτή, γενέθλια, πεφταστέρι.
- Εύχομαι να μπορώ να τρώω όσα παγωτά θέλω, φώναξε γελώντας δυνατά. 
- Πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί και να σου συμβεί, ήρθε η απάντηση από έναν πανύψηλο θείο με μεγάλα μουστάκια που πάντα τον φοβόταν. 
Πράγματι μετά από λίγο καιρό κανείς δεν του χαλούσε πια χατίρι. Οι γονείς του χώρισαν και ο καθένας τους τον ήθελε με το μέρος του. Μπορούσε να φάει όσα παγωτά ήθελε μέχρι να κάνει εμετό. Είχε όσα παιχνίδια ζητούσε κι ας μην έπαιζε παρά ελάχιστα μαζί τους. Κανείς απ’ τους γονείς του δεν ανησύχησε ποτέ αν είχε ό, τι πραγματικά θα ήθελε. Εκείνοι δεν αναρωτήθηκαν κι αυτός δεν είπε.
Κάποια στιγμή η γειτονιά του έπαψε να είναι ήσυχη και συνηθισμένη. Ένα ζευγάρι είχε μετακομίσει στο διπλανό σπίτι· είχαν κι έναν μπόμπιρα τεσσάρων-πέντε ετών. Αυτός ο μικρός είχε μια πολύ κακιά συνήθεια. Ευχόταν συνεχώς διάφορα, όλη την ημέρα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα ευχόταν ξεφωνίζοντας! «Εύχομαι να μου πάρει η μαμά καραμέλες, εύχομαι να μου φέρει ο μπαμπάς το τάδε παιχνίδι, εύχομαι να γίνει καλά η γιαγιά να πάμε βόλτα στις κούνιες, εύχομαι να μην υπάρχουν παιδάκια που πεινάνε, εύχομαι… εύχομαι… εύχομαι…».
Είχε καταντήσει μαρτύριο. Κανείς δε σταματούσε τον πιτσιρικά κι εκείνος ντρεπόταν να πάει δίπλα στους γονείς του και να κάνει παράπονα. Τι να τους έλεγε; «Θα τρελαθώ, κάντε τον να σταματήσει τις ευχές»; Δε γινόταν. Έτσι υπέμενε. Όσο ήταν ξύπνιος ο μικρός ήταν μια ασταμάτητη μηχανή ευχών. Όταν κοιμόταν εκείνος, ησύχαζε κι αυτός.
Μια μέρα βρήκε τον πιτσιρίκο στον κήπο του. Είχε μόλις γυρίσει από τη δουλειά ξεθεωμένος όταν είδε το μικρό να παρακολουθεί μια γλοιώδη πράσινη κάμπια σε ένα από τα φυτά και να χοροπηδάει φωνάζοντας: «Εύχομαι να γίνεις μια πανέμορφη πεταλουδίτσα!». Αυτό πήγαινε πολύ! Άρχισε να τρέμει, ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, η ανάσα του κοφτή, είχε γίνει κατακόκκινος. Δε μπόρεσε να συγκρατηθεί: 
- Φύγε από τον κήπο μου παλιόπαιδο! Αρκετά ανέχτηκα τις βρωμοευχές σου! Πάψε πια! Οι ευχές δεν κάνουν τίποτα καλύτερο! Χάσου από δω προτού στις βρέξω! 
Το αγόρι σταμάτησε, σήκωσε την μπάλα του από το χώμα, τον κοίταξε και, προτού ξεκινήσει για το σπίτι του πιλαλώντας, του έβγαλε μεγαλοπρεπώς τη γλώσσα. Η αλήθεια είναι ότι μετά από αυτό σταμάτησε να ακούει ευχές από δίπλα. Όχι ότι ο μικρός του γείτονας είχε σταματήσει να εύχεται από καρδιάς, απλά τώρα δεν έλεγε τις ευχές του τόσο φωναχτά.
Ένα πρωί μερικές εβδομάδες αργότερα στεκόταν μπροστά στο παράθυρο πίνοντας βιαστικά λίγο καφέ πριν φύγει για δουλειά. Και τότε την είδε. Φάνηκε μέσα από τα φυλλώματα του κάπως παραμελημένου κήπου του, στροβιλίστηκε στον αέρα με χάρη και στάθηκε σε ένα από τα κλαδάκια της λεμονιάς κοντά στο παράθυρό του. Μια μεγάλη πολύχρωμη πεταλούδα. Τέτοιον απίθανο συνδυασμό χρωμάτων δεν θυμόταν να έχει ξαναδεί. Ούτε ο πιο μεγάλος ζωγράφος δε θα μπορούσε να φτιάξει και να ταιριάξει έτσι αυτά τα χρώματα. Έμεινε μπροστά στο παράθυρο να την κοιτάζει για ώρα να πεταρίζει ανάμεσα στα κλαδάκια του δέντρου και σχεδόν δεν κατάλαβε πώς βγήκε από τα χείλη του σαν ανάσα: «… να μπορούσα κι εγώ να πετάξω!». 

ΜΑΤΙΝΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

sodeia.net



Fedra V.


2 σχόλια:

  1. Πράγματι... «… να μπορούσα κι εγώ να πετάξω!»
    Πολύ καλό!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι όμορφο και τρυφερό κείμενο..είναι μέσα στη σημερινή συναισθηματική μου "έκρηξη".Χαίρομαι που σε βρήκα μικρή μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή