Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015







"Ποιος άρχει εδώ;"ρώτησα.
Αυτοί μου απάντησαν:
"Ο λαός φυσικά"
Εγώ είπα:
"Φυσικά ο λαός,
αλλά ποιος
άρχει πραγματικά;"

ERICH FRIED



Fedra V.



Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

η ουλή









...
Ποιος ξέρει μέσα σε μια νύχτα τι ανταλλαγές έγιναν
τι έδωσα, τι πήρα, από τι παραιτήθηκα
τι υποσχέθηκα και με κράτησε για υπηρέτριά της
η ζωή…

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ



Fedra V.



Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

"Tristessa"








Μακάρι να μπορούσα να επικοινωνήσω με όλα αυτά τα πλάσματα και τους ανθρώπους, μέσα στον χείμαρρο του φεγγαρόφωτου της ωραίας μου διάθεσης, το νεφελώδες μυστήριο του μαγικού γάλακτος να διακρίνεται στην Βαθιά Φαντασία του Νου, όπου μαθαίνουμε πως τα πάντα είναι ένα τίποτα...

JACK KEROUAC, "Tristessa"




Fedra V.



Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

η ζαχαριέρα









Ένα αγοράκι είναι εννιά χρονών κι ακόμα δεν μιλάει. Είναι μουγκό. Άλαλο, δίχως όμως καμία οργανική βλάβη. Οι γονείς, απελπισμένοι, συμβουλεύονται ειδικούς, ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο αναζητώντας μια λύση. Τίποτα. 

Κάποια μέρα κάθονται στο τραπέζι τη συνηθισμένη ώρα για να φάνε. Είναι μια πολύ ευκατάστατη και τυπική οικογένεια που ακολουθεί ρυθμούς, κανόνες, ωράρια. Το αγοράκι πάντα αμίλητο. Ώσπου αιφνίδια ανοίγει το στόμα του και ξεστομίζει τα πρώτα λόγια της ζωής του: 

"Θέλω τη ζάχαρη". 

Ήταν η μόνη φορά που κάτι έλειπε απ’ το τραπέζι. Η ζαχαριέρα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος μέχρι τότε να μιλήσει το αγοράκι. Ήταν όλα εκεί.


Εκείνο που λείπει είναι αυτό που μας κάνει και να ζούμε και να γράφουμε, αλλά και να μιλάμε, Μαργαρίτα.


Μ. Καραπάνου – Φ. Τσαλίκογλου, "Μήπως;" (απόσπασμα)



Fedra V.




Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Μάρκχαϊμ







[..........]


"Καθρέφτη;" είπε βραχνά, μετά σώπασε  κι ύστερα το επανέλαβε πιο καθαρά: "Καθρέφτη για χριστουγεννιάτικο δώρο; Σε καμιά περίπτωση!"

 "Και γιατί όχι;" φώναξε ο παλαιοπώλης. "Γιατί όχι καθρέφτη, δηλαδή;"

Ο Μάρκχαϊμ τον κοιτούσε με μια αξεδιάλυτη έκφραση στο πρόσωπό του. 

"Μα με ρωτάτε γιατί όχι;" είπε. "Κοιτάξτε μια στιγμή – ορίστε, κοιτάξτε, κοιτάξτε τον εαυτό σας! Σας αρέσει αυτό που βλέπετε; Όχι βέβαια! Ούτε και σ’ εμένα αρέσει ούτε και σε κανέναν άλλο".

 Ο μικρόσωμος άντρας είχε αναπηδήσει από έκπληξη όταν ο Μάρκχαϊμ τον στρίμωξε τόσο ξαφνικά με τον καθρέφτη. Τώρα όμως, βλέποντας ότι δεν είχε τίποτε χειρότερο να φοβηθεί, γέλασε προσποιητά. 

"Η μέλλουσα σύζυγός σας έχει, προφανώς, πολύ δύσκολα  γούστα", είπε.

"Σας ζητάω ένα χριστουγεννιάτικο δώρο" είπε ο Μάρκχαϊμ "κι εσείς μού προτείνετε αυτό εδώ – αυτό το καταραμένο αντικείμενο που σου θυμίζει τα χρόνια σου, τις αμαρτίες σου, τις ανοησίες σου, αυτό το εγχειρίδιο της συνείδησης. Επίτηδες το κάνετε;  Το σκεφθήκατε καθόλου; Πείτε μου. Θα είναι καλύτερα για σας αν μου πείτε. Εμπρός, μιλήστε μου για σας. Να υποθέσω ότι κατά βάθος είστε ένας πονόψυχος άνθρωπος, ή μήπως θα πέσω πολύ έξω;"

Ο παλαιοπώλης κοίταξε καλά καλά τον πελάτη του. Ήταν παράξενο, ο Μάρκχαϊμ δε γελούσε καθόλου. Στο πρόσωπό του διακρινόταν κάτι σαν μια σπίθα ελπίδας, αλλά ούτε το παραμικρό ίχνος ευθυμίας.

 "Πού το πάτε;" ρώτησε ο παλαιοπώλης.

 "Ώστε δεν είστε πονόψυχος;" αποκρίθηκε ο άλλος μελαγχολικά. "Πονόψυχος λοιπόν δεν είστε. Ούτε ευσεβής ούτε ηθικός, ούτε δίνετε αγάπη ούτε και παίρνετε. Κερδίζετε λεφτά, τα χώνετε στο χρηματοκιβώτιο. Αυτό είναι όλο; Για το Θεό, άνθρωπέ μου, αυτό είναι όλο;"

"Να σας πω εγώ τι είναι" ξεκίνησε απότομα ο παλαιοπώλης, αλλά δεν κρατήθηκε να μη γελάσει πάλι. "Απ’ ό,τι βλέπω όμως, εσείς μάλλον από έρωτα πάτε να παντρευτείτε, και προφανώς τα πίνατε στην υγεία της κυρίας σας!"

"Α!" αναφώνησε ο Μάρκχαϊμ με περιέργεια. "Α! Πείτε μου, έχετε ερωτευτεί ποτέ;"

"Εγώ;" φώναξε ο παλαιοπώλης. "Εγώ να έχω ερωτευτεί; Ποτέ δεν είχα χρόνο για τέτοιες ανοησίες, και ούτε και τώρα έχω. Τον καθρέφτη θα τον πάρετε;"

"Μα γιατί βιάζεστε;" αποκρίθηκε ο Μάρκχαϊμ. "Είναι τόσο όμορφα που καθόμαστε εδώ και τα λέμε. Και η ζωή είναι τόσο σύντομη και τόσο επισφαλής, που εγώ προσωπικά δε θα βιαζόμουν καθόλου να διακόψω κάτι που απολαμβάνω, έστω και κάτι απλό σαν κι αυτό. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κρατιόμαστε γερά, από τις χαρές που έχουμε, σαν να στεκόμασταν στο χείλος του γκρεμού. Κάθε δευτερόλεπτο είναι κι ένα βάραθρο, αν το καλοσκεφτείς – ένα βάραθρο αβυσσαλέο – τόσο τεράστιο, που αν πέσουμε, θα συντριβεί κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό που διαθέτουμε. Οπότε είναι καλύτερα να μιλάμε εγκάρδια. Ας μιλήσουμε για μας· γιατί να φοράμε αυτή τη μάσκα; Μπορούμε να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλο. Ποιος ξέρει; - ίσως να γίνουμε και φίλοι".
"Εγώ ένα πράγμα έχω να σας πω" είπε ο παλαιοπώλης. "Ή αγοράζετε κάτι ή δρόμο από το μαγαζί μου."


"Όντως, όντως" είπε ο Μάρκχαϊμ. "Αρκετά χασομερήσαμε. Στη δουλειά μας λοιπόν. Δείξτε μου κάτι άλλο".


[...........]


Ο χρόνος είχε τη δική του χορωδία από φωνές στο μαγαζί, άλλες επιβλητικές κι αργόσυρτες, καθώς ταίριαζε στη μεγάλη τους ηλικία, κι άλλες φλύαρες και βιαστικές. Όλες τους τραγουδούσαν τα δευτερόλεπτα, μια περίπλοκη πολυφωνία από τικ τακ. Το τραγούδι αυτό διαταράχθηκε από τα βαριά βήματα ενός νεαρού στο πεζοδρόμιο, και ο Μάρκχαϊμ ξαναβρήκε απότομα την επαφή του με την πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω του με δέος. 
Το κερί βρισκόταν πάνω στον πάγκο, η φλόγα του τρεμόπαιζε στο ρεύμα· κι απ’ αυτό το μηδαμινό λίκνισμα το δωμάτιο γέμιζε με μιαν αθόρυβη κίνηση και τρικύμιζε σαν τη θάλασσα: οι μακριές σκιές έγερναν, οι σκοτεινές κηλίδες συστέλλονταν και διαστέλλονταν λες και ανάπνεαν, τα πορτρέτα και οι πορσελάνινοι θεοί άλλαζαν όψη και μορφή σαν υδάτινες αντανακλάσεις. Μέσα από τη μισάνοιχτη εσωτερική πόρτα ξεπρόβαλε αδιάκριτα μια λωρίδα φωτός, σαν δάχτυλο που έδειχνε απειλητικά εκείνο το χορό από ίσκιους…


[........]



(από το "Μικρό Κλασικό" του Σκωτσέζου μυθιστοριογράφου και ποιητή Robert Louis Stevenson (1850 - 1894) "Ο τυμβωρύχος" στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το διήγημα "Μάρκχαϊμ")





Fedra V.




Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

...happy?







VLADIMIR: Did I ever leave you?
ESTRAGON: You let me go.
VLADIMIR: I missed you . . . and at the same time I was happy. Isn't that a strange thing?
ESTRAGON: (shocked). Happy?
VLADIMIR: Perhaps it's not quite the right word.


SAMUEL BECKETT
"Waiting for Godot"



Fedra V.






Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

τώρα το ξέρεις...








Τώρα το ξέρεις: τα βουνά 
δε μπορούνε
να μας χωρίσουν. 

Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. 

Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ'το χώρο μας. 

Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.

Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον Ήλιο,
ο καθένας μας
έχει τον άλλο στο πλάι του.



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ




Fedra V.



Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

είσαστε νεκροί...







Τι παράξενος τρόπος να είσαστε νεκροί. 
Οποιοσδήποτε θα έλεγε πως δεν είσαστε. 
Αλλά πράγματι είσαστε νεκροί.

Επιπλέετε μηδενικά πίσω από κείνη τη μεμβράνη που, αιωρούμενη μεταξύ ζενίθ και ναδίρ, πηγαίνει κι έρχεται από λυκόφωτο σε λυκόφωτο, πάλλοντας μπροστά στο ηχηρό κουτί μιας πληγής που δεν σας πονάει. 

Σας λέω, λοιπόν, πως η ζωή είναι στον καθρέφτη και πως εσείς είσαστε το πρωτότυπο, ο θάνατος.

Ενώ το κύμα πάει, ενώ το κύμα έρχεται, πόσο ατιμώρητα είναι κανείς νεκρός. 
Μόνον όταν τα νερά σπάνε στις άκρες αντιμέτωπα και διπλώνουν και διπλώνουν, τότε μεταμορφώνεστε και πιστεύοντας πως πεθαίνετε, αντιλαμβάνεστε την έκτη χορδή που δεν είναι πια δική σας.

Είσαστε νεκροί, χωρίς να έχετε ζήσει ποτέ πριν. 
Οποιοσδήποτε θα έλεγε πως, μη όντας τώρα, υπήρξατε σε άλλον καιρό.
Αλλά στην ουσία, εσείς είσαστε τα πτώματα μιας ζωής που δεν υπήρξε ποτέ. 
Θλιβερή μοίρα. 
Να μην έχετε υπάρξει παρά μόνο νεκροί. 
Να είσαστε ξερό φύλλο που ποτέ του δεν ήταν πράσινο.
Ορφάνια ορφάνιας.

Κι ωστόσο οι νεκροί δεν είναι, δε γίνεται να είναι πτώματα μιας ζωής που ακόμα δεν έζησαν. Αυτοί πέθαναν πάντα από ζωή.

Είσαστε νεκροί.



CESAR ABRAHAM VALLEJO MENDOZA

από τη συλλογή του Τρίλθε (1922), σε μετάφραση Ρήγα Καππάτου 



(ph. a city in motion by Mario Bellusi)


Fedra V.


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

θα περιμένουμε...








Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τραίνο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.
Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που νά' ναι μεσημέρι
Ή σ' άλλον που νά' ναι βράδυ
Μα θα περάσει.
Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
Και σ' επικίνδυνες ανηφοριές
Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.
Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.



ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ




Fedra V.




Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

πώς να παλέψεις;







γεννήθηκα σε λάθος εποχή
κατοικώ σε λάθος τόπο
γρήγορα  ξέχασαν όλοι
εκείνη την βροχή των αστεριών
προφητικό σημάδι
για τη συντέλεια
του σύμπαντος
 

γέμισαν οι δρόμοι 
με άνδρες ζωσμένους με σπαθιά
από μάχες προγόνων
γυναίκες να ψελλίζουν
ψαλμούς και ύμνους
και ξεχασμένα ερωτόλογα
ντυμένοι με ελαφρά ρούχα
ελπίζοντας στην τρυφερότητα
και στην αγκαλιά μιας άνοιξης
αυτό που κάποτε
κράτησαν σαν λάφυρο 
για λίγο στα λαίμαργα χέρια τους
θα το κλαίνε πικρά στους αιώνες
και όλοι θα αναζητούν
το κρυφό του νόημα


θα πάρω τοις μετρητοίς τα λόγια
ενός όμορφου έφηβου
– με διαταραγμένους άπληστους
και παθιασμένους εγωισμούς
πώς να παλέψεις;
αρρωστημένη επανάσταση
που να΄βρεις γιατρειά;

έλεος
όμορφε, ωραίε,
ατσαλάκωτε κόσμε
μας φουσκώνεις τα μυαλά
με παράξενα λόγια γεμάτα από ψέμματα
και στιχάκια με ομοιοκαταληξία
που καταλήγουν να σκορπούν
φρούδες ελπίδες κι υποσχέσεις
πνιγήκαμε  σε μια θάλασσα
από αυτάρεσκους τσόγλανους



 ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ




Fedra V.

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2015

The Isle of the Dead





οι αναμνήσεις ερείδονται σε μια συγχορδία γυμνών χρωμάτων...
όλα επιτάφιες ομορφιές σαν τα κρύα φώτα της πόλης...

*

"γινήκαμε ήρωες ενός τεφρόμαυρου, άπιαστου,
ακατέργαστου ονείρου" έγραφες...

"Και το άπιαστο όνειρο,
τι προσκλητήριο του νου σε κατασκευές χωρίς
αντίκρισμα
σε διαδρομές παραπλανητικές
σε ήχους σιωπηλούς εκρηκτικούς
σε έρωτες σχισμένους και ξανακολλημένους
άτακτα.
Κι εγώ,
ακαταπόνητος, σαν σε οπτασιασμό,
να με ματώνουνε τα αγκάθια απ' τα βατόμουρα
του Σεπτέμβρη..."

*

δύο χρόνια μετά...
ασφαλής στη μνήμη Του, όμως πόσο μας λείπεις, Χάρη Αγαπημένε...






Fedra V.




Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015








Όταν είδε ο Πινόκιο τι σημαίνει να έχεις σάρκα
στεναχωρήθηκε μέχρι θανάτου.
Έψαχνε να βρει την νεράιδα να τον αλλάξει πίσω σε μαριονέτα.
Δεν τη βρήκε ποτέ.


Μαράζωσε το υπόλοιπο της ζωής του
μαθαίνοντας να πεινάει, να διψάει, να ερωτεύεται
μαράζωσε να σκέφτεται τη σαπίλα ενός τάφου που τον περιμένει.
Μόνη του παρηγοριά ήταν η ανάμνηση των ξύλινών του χρόνων
όταν περπατούσε χιλιόμετρα δίχως κούραση
και γνώρισε τις πολιτείες παρέα με τ' αλάνια τον Γάτο και τον Αλεπού
(κι ας του έπαιξαν άσχημο παιχνίδι)
όταν πηδούσε από ανομολόγητα ύψη (ήταν να σαν πετούσε)
και προσγειωνόταν δίχως πόνο, χαχανίζοντας.
Και το καλύτερο, όταν για ημέρες βολτάριζε
στον βυθό της θάλασσας,
σ΄έναν εξωγήινο κόσμο άφταστης ομορφιάς
δίχως να έχει την ανάγκη οξυγόνου.
Τι καλά που ήταν!
Ώρες ώρες σκεφτόταν να εκμεταλλευτεί
το ότι έτσι σάρκινος ίσως θα μπορούσε να αυτοκτονήσει. 
Μα συνεχώς το ανέβαλλε.
Πέθανε γέρος αποκτώντας σιγά σιγά τις ίδιες γκρίνιες και παραξενιές
με τον Τσεπέτο
τις ίδιες συνήθειες που τελικά τον οδήγησαν
να φτιάξει και εκείνος το δικό του Ξύλινο Παιδί.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΥΡΙΚΟΣ-ΕΡΓΑΣ  (από την τρίγλωσση ποιητική του συλλογή "Του Ψυχού")



Fedra V.


Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

...τι τρέλα !



... Ένα ψάρι είπε στο άλλο ψάρι :

- Πάνω σε τούτη τη θάλασσα είναι μια άλλη, με πλάσματα που κολυμπούν εκεί και ζουν εκεί, όμως εμείς ζούμε εδώ.

Το ψάρι απάντησε :

- Τι τρέλα !  Αφού ξέρεις, πώς καθένας που βγαίνει από τη θάλασσά μας κι ας είναι και για τόσο δα, πεθαίνει.  Ποιος σου είπε για άλλες ζωές σε άλλες θάλασσες;



ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ
Ο κήπος του Προφήτη



Fedra V.







Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015







Είναι οι τελευταίες λέξεις, αληθινά οι τελευταίες. Ή οι ψίθυροι.
Έρχονται οι ψίθυροι, το ξέρω καλά αυτό. Όχι, ούτε καν αυτό.
Μιλάς για ψιθύρους, για μακρινές φωνές, για όσο μπορείς να μιλάς.
Μιλάς για αυτά πριν και μιλάς για αυτά μετά. Κι άλλα ψέμματα.
Θα είναι η σιωπή, αυτή που δεν κρατά, που θα ξοδέψω ακούγοντας, που θα ξοδέψω περιμένοντας, για να σπάσει, για να την σπάσει η φωνή.
Ίσως δεν υπάρχει άλλη, δεν ξέρω. Δεν αξίζει τον κόπο, αυτό μόνο ξέρω.
Δεν είναι εγώ, αυτό μόνο ξέρω. Δεν είναι δική μου.
Είναι η μόνη που είχα ποτέ; Ψέμματα.
Πρέπει να είχα την άλλη, αυτήν που διαρκεί, αλλά δεν διάρκεσε.
Δεν καταλαβαίνω.
Δηλαδή, διάρκεσε. Ακόμα διαρκεί. Ακόμα μέσα της είμαι.
Άφησα τον εαυτό μου πίσω στα χέρια της.
Με περιμένει εκεί.
Όχι, εκεί δεν περιμένεις, εκεί δεν ακούς.
Δεν ξέρω. Ίσως είναι όλα ένα όνειρο.
Θα με εξέπληττε αυτό.
Θα ξυπνήσω, στη σιωπή, και δεν θα ξανακοιμηθώ ποτέ.
Θα είναι εγώ;
Ή θα ονειρευτώ, πάλι θα ονειρευτώ, θα ονειρευτώ μια σιωπή, μια ονειροσιωπή γεμάτη ψιθύρους, δεν ξέρω, όλα αυτά είναι λέξεις, και δεν θα ξυπνήσω ποτέ όλα λέξεις, τίποτε άλλο δεν υπάρχει.
Πρέπει να συνεχίσεις, αυτό μόνο ξέρω.
Θα σταματήσουν, το ξέρω καλά. Το νιώθω.
Θα με εγκαταλείψουν.
Θα είναι η σιωπή, λίγες καλές στιγμές.  Ή θα ναι δική μου;
Αυτή που κρατάει, που δεν κράτησε, που κρατά ακόμα; Θα είναι εγώ;
Πρέπει να συνεχίσεις. Δεν μπορώ να συνεχίσω.
Πρέπει να συνεχίσεις. Θα συνεχίσω.
Πρέπει να λες λέξεις, για όσο υπάρχουν λέξεις, ώσπου να με βρουν, ώσπου να με πουν.
Παράξενος πόνος, παράξενη αμαρτία.
Πρέπει να συνεχίσεις.
Ίσως έχει ήδη γίνει. Ίσως με έχουν ήδη πει.
Ίσως με κουβάλησαν στο κατώφλι της ιστορίας μου πριν απ' την πόρτα που ανοίγει στην ιστορία μου. Θα με εξέπληττε, αν άνοιγε.
Θα είναι εγώ; Θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι;
Δεν ξέρω, ποτέ δεν θα ξέρω. Στη σιωπή δεν ξέρεις.
Πρέπει να συνεχίσεις.
Δεν μπορώ να συνεχίσω.

Θα συνεχίσω...


SAMUEL BECKETT, "Ο Ακατανόμαστος"


(ph. "The Blackbird", by Mitar Terzic)




Fedra V.



Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

οι ρίζες του μίσους







Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία "διαφανή" κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους "εποικοδομητικούς" κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις "ειρηνικές" αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της "διαθέσιμης" καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η "αιτία" του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του "πόλεμοι".

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού. Η φράση του Αντρέ Μαλρό "είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν" εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένα, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών, που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους.

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό, το καλό είναι οι κανόνες μας, οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους, άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός, η αλήθεια είναι ο θεός μας, ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους, άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους, ούτε ανώτερους, αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μιας κοινωνίας με άλλες, συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς, είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μια τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματικά στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες "ανεπτυγμένες" και "δημοκρατικές".

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να "εξηγήσουμε" γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική "εξήγηση".

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση, για λόγους ταύτισης, γύρω από τη "θρησκεία", το "έθνος" ή τη "ράτσα" και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιοποίηση των παραδοσιακών σημείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μια τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η "απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα" του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων, ο "λογικά" εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους "αφομοιώνονται". Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι Γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ, αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι "μη μετατρέψιμο".

Γι’ αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο, με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.




ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ



(ph. by Denis Buchel)




Fedra V. 


Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

όλα είναι θέμα κυριαρχίας...







Δεν είμαστε όλοι σε κώμα, αγάπη μου...

Αξιοπρέπεια είναι η καθαρή συνείδηση και φυσικά δεν αναφέρομαι σε συνείδηση-λάστιχο αλλά σε αυτήν που έχει εκπαιδευτεί στην εφαρμογή αρχών. Η αληθινή αξιοπρέπεια είναι στάση ζωής και όχι αξεσουάρ που κατά περίσταση φέρουμε. Είναι φανερή στις επιλογές μας. 
Δεν χάνεται ούτε όταν φοβόμαστε. Γιατί είναι γνωστό πως ο φόβος στήνει παγίδα.
Ο φόβος προκαλεί πανικό, ο οποίος οδηγεί σε σύγχυση... υπό το κράτος του πανικού δεν σκεφτόμαστε καθαρά και συνεπώς αδυνατούμε να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Απλά μαθηματικά !

Έχουμε εμπλακεί ερήμην μας σε έναν άνισο πόλεμο με αβέβαιο αποτέλεσμα. Σε καιρό πολέμου οι επιθυμίες και οι ψευδαισθήσεις δεν είναι απλώς περιττές, είναι επικίνδυνες. Απαιτείται επίγνωση, εγρήγορση, ενημέρωση για τα τεκταινόμενα από ασφαλείς πηγές και αγώνας για επιβίωση με αυτοπεποίθηση αλλά και ανιδιοτέλεια. Δεν αγωνιζόμαστε να σώσουμε το τομάρι μας, ας μου επιτραπεί η έκφραση, αλλά για το σύνολο. 

Το "θηρίο" βρυχάται αλλά μήπως οι βρυχηθμοί μας επιτρέπουν να χάσουμε αξίες και αρχές; Η υπερβολική ανησυχία σίγουρα δεν αφαιρεί τα προβλήματα του αύριο αλλά την δύναμη του σήμερα. Οι διαβρωτικές σκέψεις και τα σενάρια συνωμοσίας μας απομυζούν γι' αυτό χρειάζεται να είναι υπό έλεγχο.

Βιώνουμε καθημερινά ανατροπές και ανησυχητικές αλλαγές στο παγκόσμιο σκηνικό που μας αφορούν άμεσα. Οι συνθήκες είναι εξοντωτικές. Είμαστε αντιμέτωποι με τα όρια μας. Όλα είναι θέμα κυριαρχίας.

Κάπου διάβασα πως η δύναμη των πουλιών δεν είναι στα φτερά τους. Είναι στην εμπιστοσύνη που έμαθαν να δείχνουν στο κλαδί που θα κάτσουν. Στο κλαδί πολλαπλασιάζονται. Την ελευθερία να πετούν την χρησιμοποιούν μέχρι να επιλέξουν το κατάλληλο κλαδί. Τι θα απογίνονταν αν συνέχεια πίστευαν ότι ελευθερία είναι μόνο να πετάς; 
Εύλογη απορία : "ποιο είναι το κατάλληλο κλαδί;"  

Κολυμπάμε στα βαθιά. 
Και είναι μονόδρομος. 
Κολυμπάς ή πεθαίνεις.

Είναι αυτονόητο πως απαιτούνται αντοχές, στόχοι και αρχές.
Το παρελθόν είναι απλά ο φρουρός στα μετόπισθεν.



(ph. by Anna O.)





Fedra V.












Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

κάθε βράδυ...









Έτσι, τώρα θα μιλάω κάθε βράδυ. 
Στον εαυτό μου. 
Στο φεγγάρι. 
Θα περπατάω, όπως έκανα απόψε, ζηλεύοντας τη μοναξιά μου, κάτω από το ασημένιο φεγγαρόφωτο, που λάμπει θαυμάσια πάνω στους σωρούς του φρέσκου χιονιού, με τις μυριάδες αντανακλάσεις. 
Μιλάω στον εαυτό μου, κοιτάζω τα σκοτεινά δέντρα, ευλογημένα ουδέτερα. 
Τόσο πιο εύκολο από το να αντικρίζω ανθρώπους, από το να πρέπει να δείχνω χαρούμενη, άτρωτη, έξυπνη. 
Με τις μάσκες κατεβασμένες, περπατάω, μιλώντας στο φεγγάρι, στην ουδέτερη απρόσωπη δύναμη που δεν ακούει, αλλά απλώς αποδέχεται την ύπαρξή μου. 
Και δεν με κατακεραυνώνει. 
Πήγα στο μπρούντζινο αγόρι που αγαπώ, σε έναν βαθμό επειδή κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτό, και καθάρισα το χιόνι από το λεπτοκαμωμένο χαμογελαστό του πρόσωπο. 
Στεκόταν εκεί στο φεγγαρόφωτο, σκοτεινό, με το χιόνι να γράφει τα άκρα του λευκά, στο ημικύκλιο του ιδιωτικού φράχτη, κουβαλώντας το κυματοειδές δελφίνι του, χαμογελώντας ακίνητο, ισορροπώντας σε ένα κατάστικτο πόδι.     



SYLVIA PLATH
"Ο κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων, και άλλες ιστορίες"




ph. by Shannon Hreha






Fedra V.



Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

μοιραίο









κάθε
αυτοκρατορία
έχει
ένα τέλος

(με παρηγορεί η σκέψη αυτή όταν σε κοιτάζω)


FERRAN FERNANDEZ 




γλυπτό : Gustav Vigeland



Fedra V.




Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

των εν ασκήσει λαμψάντων...







Υπάρχει λοιπόν, ομορφιά μου, κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου. Τελικά, μάλλον ψέματα λέω όταν κλαίγομαι πως τάχα θέλω να μάθω ποια είμαι στην πραγματικότητα. Στα τσακίδια το εδιζησάμην εμεωυτόν. Αφού το βλέπω τόσα χρόνια στην πράξη: Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου - παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Γιατί δεν μπορώ να εννοήσω και να εννοηθώ παρά σαν αυτουργός της κατασκευής μου. Γιατί ο κόσμος δεν ορίζεται εν τέλει παρά μόνο από τον τρόπο που ο ρόλος μου επινοεί τον εαυτό μου. Στον έρωτα, για παράδειγμα. Όποτε μπαίνω στον ολέθριο χώρο χωρίς το δραματουργικό μου οπλοστάσιο, καταλήγω ένας Δον Κιχώτης σε λαϊκή έκδοση τσέπης. Ο ήρωάς μου, αν θυμάσαι, δεν μπορεί να εστιάσει στο θέμα του, δεν δύναται να εκφραστεί, του αρκεί η απλή αναφορά του ανόητου ονόματός της - Δουλτσινέα - για να γίνει γελοίος. Πόσο την αγαπάει, δεν ξέρει να το πει. Για να δηλώσει την αγάπη του, κάνει μια τούμπα στον αέρα, η πουκαμίσα του σηκώνεται, ο κώλος του μένει έκθετος μπροστά στα μάτια του υπηρέτη του. Ο Δον Κιχώτης εκείνη τη στιγμή είναι ο εαυτός του, αν με εννοείς. Μεγαλειώδες, θα πεις. Θα έκλαιγες μπροστά σε μια τέτοια σκηνή, ναι, είμαι σίγουρη, θα έκλαιγες. Μεγαλειώδες, αλλά και πάλι. Άχαρο. Διόλου δεν το θέλω.

Γιατί λοιπόν να είμαι ο εαυτός μου, αφού μάλιστα αγαπώ τόσο τη μίμηση; Αφού συντάσσομαι με αυτό που λέει ο Τόμας Μαν: "Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν παρά να μιμείται πάντοτε κάτι που ήδη συνέβη". Εκ γενετής σμίλευσα ένα και μόνο ρόλο, συρραφή από αγαπημένους θεατρικούς εαυτούς μου. Ξεκίνησα σαν Νίνα - έλεγα μονόλογο πηδώντας σκοινάκι - "Όταν τον δείτε, μην του πείτε τίποτα. Τον αγαπώ περισσότερο από πριν". Μετά πρόσθεσα λίγη ιψενική Νόρα. Άνοιξα υπάκουα το στόμα μου, "για να δω μήπως το κοριτσάκι μου έφαγε σοκολατάκι και θα καταστρέψει τα δόντια του; Είπαμε. Όχι σοκολάτα". Άλλες θεατρικές σεζόν ήμουν μια τέλεια θλιμμένη Μελισσάνθη - τι να τον κάνω τον ασαφή σου μακρόκοσμο, θα μείνω στον τιποτένιο κήπο μου, μωρό μου. Και πόσο τέλεια Άλκηστις υπήρξα... Μόνο εγώ από όλες τις τραγικές ηρωίδες θα γινόμουν εκουσίως Χείρωνας, θα κατέβαινα στον Κάτω Κόσμο για να ζήσει ο Αδαής. (Για να μη μάθει ποτέ πώς έζησε.) Μετά βαρέθηκα και έγινα η Λαβίνια. Όχι η μουγγή από τον Τίτο Ανδρόνικο - τότε ακόμα, μουγγή με τίποτα. Η άλλη, του Τόμας Έλιοτ. Αυτή, του Κοκτέιλ πάρτυ. Που φεύγει και κανείς δεν ξέρει πού πάει, αλλά πάντα επιστρέφει. Ό,τι ρόλο όμως και αν έπαιζα, ένα μυστήριο πράμα, προς το φινάλε το γύριζα πάντα σε νύφη. Εκεί επινοούσα τον πραγματικό εαυτό μου. Νύφη που κακοπάθησε - σε όλες τις παραλογές του δημώδους - νύφη από την Κούλουρη (α λα très Gaultier), μα πάνω από όλα νύφη από το Ματωμένο γάμο... "Και με όλα τα παιδιά του γιου σου κρεμασμένα πάνω από τα μαλλιά μου, εγώ πάλι θα έφευγα με τον άλλον, αν μου το ζητούσε". Και πάει να εγκατασταθεί στο βασίλειο της δοκιμασίας.

Γι’ αυτό παντρεύτηκα με μαύρο νυφικό. Γιατί είχα παράσταση και ήθελα να είμαι μια μικρή Νουρία Εσπέρτ - και έτσι τη σκηνοθέτησα ανδαλουσιάνικα και της φόρεσα μαύρα της νύφης μου. Να αλλάξω λες διανομή; Μπα. Το αποκλείω. Δεν ξέρω να παίζω Μις Τζούλιες. Είμαι σαν τους ηθοποιούς του θεάτρου Νο, που ασκούνται σε ένα και μοναδικό ρόλο - μια ζωή. Γεννήθηκα νύφη, λέω σαν νύφη να συνεχίσω να κάνω καριέρα. Και είμαι τόσο γεννημένη νύφη που ποτέ δεν κατάλαβα πως χώρισα. Απλώς ξαναπαντρευόμουν. Έτσι το θέτω εγώ. Αυτή είναι η περίπτωσή μου. Όλη μου η ψυχανάλυση σε τρεις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο (φλερτ, ραντεβού, διαθεσιμότητες, συμβιώσεις, δεσμοί, τηλεφωνήματα και ένας που δεν είναι άντρας μου), όλα αυτά τα επίπονα με κάνουν καρδιακή. Με βγάζουν από το οικοσύστημά μου. 

Δεχτείτε με λοιπόν, ω περιπέτειες της αρετής μου εσείς, έκθαμβοι αναγνώστες, με την αβλαβή (;) τρέλα μου. Έτσι θα πάω να κάνω οντισιόν στο Βασιλικό Θέατρο της Σουηδίας. Σαν τον Άντονι Πέρκινς - τελευταία σκηνή του Ψυχώ. Που καθόταν τυλιγμένος στην κουβέρτα του και δεν πείραζε τη μύγα - και αν με δει ο δεσμοφύλακας, θα καταλάβει πόσο άκακος είμαι. Πως ούτε μια μύγα πειράζω, θα κάθομαι στη σκηνή σιωπηλή - ένας κάθετος, εξπρεσιονίστικος φωτισμός θα πέφτει -, δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, όλοι ξέρουν ότι συνέχεια παντρεύομαι, θα καταλάβουν. Πως αυτός ο ρόλος γράφτηκε πάνω μου. Πως καμιά δεν θα τον παίξει καλύτερα... 


ΜΑΛΒΙΝΑ ΚΑΡΑΛΗ, "Σαββατογεννημένη"



Fedra V.




Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

κάτι να υπολείπεται...







ΗΡΘΕ για να μιλήσει ένα ιδιωτικό λόγο που να ανήκει. Σαν από φωνές πουλιών και ήχους του δάσους. Να ειπωθεί παρατεταμένος. Με δύσμορφα σύμφωνα ουρλιαχτά. Και ως επιστέγασμα. Ήθελε να είναι ιδιοκτήτης των λέξεων που με φιλευσπλαχνία, τις αφήνει να γράφονται από κάτω σαν μόνες τους. Και τις επιβλέπει. Και επιτρέπει ως δημιουργός τους να αρθούν υπεράνω του και να αναγγείλουν.

Μιλά τον προορισμένο από άλλους, τον καταδικασμένο, κοινόχρηστο λόγο. Της αδύνατης αναπνοής. Σημαδεμένος από τον ήλιο των λέξεων, θέλει με το έγκαυμά τους να προχωρήσει. Και να περάσει επάνω.
Γιατί λόγος είναι όταν οι λέξεις σε σκάβουν και μπορείς να αλλάξεις την ανθρώπινη σημασία τους. Και όταν η σιωπή δείχνει φως, όπως σε εκείνη την παλιά γυναίκα που μύριζε άλυτα ποιήματα και προσπάθησε όχι να ενώσει.







Με τον πόνο που πονούν οι λέξεις θα τις χρήσει να λεηλατούν. Θέλει να τις απαλλάξει από το ατελέσφορό τους και ό,τι άλλο το όνομά τους προσδιορίζει ως μοίρα τετελεσμένη. Γι αυτό θα τις αφήσει να γράφονται. Οδηγημένες απ’ τον εαυτό τους – όμως κατ’ εντολήν του.
Αυτές οι νέες λέξεις είναι το μέλλον που θα προηγηθεί του ανθρώπου. Αυτού του νέου ανθρώπου που έρχεται από το τέλος του ανθρώπου. Και θα είναι αποκλειστικές σαν δέρμα. Να εξαγγείλουν την έλευσή τους μαζί, με τον τρόπο που κάνουν οι κήρυκες.

Οικειώθηκε το άρρητο γιατί ορκίστηκε σε άγνωστο χρέος και τον τραβά. Δεν έχω άλλο κόσμο, είπε. Και ήταν αμίλητος. Επειδή είχαν μιληθεί όλα μέσα του με μια ευκολία που περίσσευε. Και ήταν λυπημένος επειδή ήθελε να γράψει τον εαυτό του, αλλά όχι με τα γερασμένα μέσα των άλλων.
Σχεδόν σφαγμένος από αξιοπρέπεια. Να περιμένει τις λέξεις να τον φιλήσουν και ποτέ. Ποτέ άλλοτε τέτοια ζωή δεν είχε πάρει το μελανό χρώμα των λέξεων. Που σαν φακίδες είχαν στολίσει το πρόσωπό του. Και ήταν σημαίες ερημικές που βασίλευαν πια και έλεγαν τίποτε.







Τέτοια όχι ζωή ήθελε να αντικαταστήσει. Τέτοιες όχι λέξεις χωρίς αίμα να τελειώσουν να σημαίνουν αυτά που έχει να πει. Και είναι τίποτε γιατί μόνον από το τίποτε γίνεται να γεννηθεί το όλον.

Άνοιξε το παράθυρο να φυσήξει τις νέες λέξεις να κρυώσουν και να κολλήσουν επάνω του. Καταιγισμένος. Επειδή εχθρός του ανθρώπου και του προορισμού του ανθρώπου είναι ο λόγος που δεν ανήκει. Από κάτω σαν ξηλωμένα κουμπιά οι παλιές, όχι ακόμη, έλεγαν, και ήταν από φως μαραμένες. Σαν καμένες φωτογραφίες αυτού που παρήλθε.
Με αυτές τις κρεμαστές λέξεις θα βάλει στον κόσμο μια αρχή. Να μπει από κάτω με όλο εκείνο το βάθος που βλέπει. Και να δει το κενό που άφησε το νόημα φεύγοντας.
Σαν καθαρισμένο από τη χρήση. Άσπαστο και ευοίωνο να κυλάει προς μια άγνωστη ευτυχία.

Με ό,τι υπολείπεται.



ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
από το βιβλίο “Πιο νύχτα δεν γίνεται”






Fedra V.