Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015








Όταν είδε ο Πινόκιο τι σημαίνει να έχεις σάρκα
στεναχωρήθηκε μέχρι θανάτου.
Έψαχνε να βρει την νεράιδα να τον αλλάξει πίσω σε μαριονέτα.
Δεν τη βρήκε ποτέ.


Μαράζωσε το υπόλοιπο της ζωής του
μαθαίνοντας να πεινάει, να διψάει, να ερωτεύεται
μαράζωσε να σκέφτεται τη σαπίλα ενός τάφου που τον περιμένει.
Μόνη του παρηγοριά ήταν η ανάμνηση των ξύλινών του χρόνων
όταν περπατούσε χιλιόμετρα δίχως κούραση
και γνώρισε τις πολιτείες παρέα με τ' αλάνια τον Γάτο και τον Αλεπού
(κι ας του έπαιξαν άσχημο παιχνίδι)
όταν πηδούσε από ανομολόγητα ύψη (ήταν να σαν πετούσε)
και προσγειωνόταν δίχως πόνο, χαχανίζοντας.
Και το καλύτερο, όταν για ημέρες βολτάριζε
στον βυθό της θάλασσας,
σ΄έναν εξωγήινο κόσμο άφταστης ομορφιάς
δίχως να έχει την ανάγκη οξυγόνου.
Τι καλά που ήταν!
Ώρες ώρες σκεφτόταν να εκμεταλλευτεί
το ότι έτσι σάρκινος ίσως θα μπορούσε να αυτοκτονήσει. 
Μα συνεχώς το ανέβαλλε.
Πέθανε γέρος αποκτώντας σιγά σιγά τις ίδιες γκρίνιες και παραξενιές
με τον Τσεπέτο
τις ίδιες συνήθειες που τελικά τον οδήγησαν
να φτιάξει και εκείνος το δικό του Ξύλινο Παιδί.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΥΡΙΚΟΣ-ΕΡΓΑΣ  (από την τρίγλωσση ποιητική του συλλογή "Του Ψυχού")



Fedra V.


Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

...τι τρέλα !



... Ένα ψάρι είπε στο άλλο ψάρι :

- Πάνω σε τούτη τη θάλασσα είναι μια άλλη, με πλάσματα που κολυμπούν εκεί και ζουν εκεί, όμως εμείς ζούμε εδώ.

Το ψάρι απάντησε :

- Τι τρέλα !  Αφού ξέρεις, πώς καθένας που βγαίνει από τη θάλασσά μας κι ας είναι και για τόσο δα, πεθαίνει.  Ποιος σου είπε για άλλες ζωές σε άλλες θάλασσες;



ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ
Ο κήπος του Προφήτη



Fedra V.







Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015







Είναι οι τελευταίες λέξεις, αληθινά οι τελευταίες. Ή οι ψίθυροι.
Έρχονται οι ψίθυροι, το ξέρω καλά αυτό. Όχι, ούτε καν αυτό.
Μιλάς για ψιθύρους, για μακρινές φωνές, για όσο μπορείς να μιλάς.
Μιλάς για αυτά πριν και μιλάς για αυτά μετά. Κι άλλα ψέμματα.
Θα είναι η σιωπή, αυτή που δεν κρατά, που θα ξοδέψω ακούγοντας, που θα ξοδέψω περιμένοντας, για να σπάσει, για να την σπάσει η φωνή.
Ίσως δεν υπάρχει άλλη, δεν ξέρω. Δεν αξίζει τον κόπο, αυτό μόνο ξέρω.
Δεν είναι εγώ, αυτό μόνο ξέρω. Δεν είναι δική μου.
Είναι η μόνη που είχα ποτέ; Ψέμματα.
Πρέπει να είχα την άλλη, αυτήν που διαρκεί, αλλά δεν διάρκεσε.
Δεν καταλαβαίνω.
Δηλαδή, διάρκεσε. Ακόμα διαρκεί. Ακόμα μέσα της είμαι.
Άφησα τον εαυτό μου πίσω στα χέρια της.
Με περιμένει εκεί.
Όχι, εκεί δεν περιμένεις, εκεί δεν ακούς.
Δεν ξέρω. Ίσως είναι όλα ένα όνειρο.
Θα με εξέπληττε αυτό.
Θα ξυπνήσω, στη σιωπή, και δεν θα ξανακοιμηθώ ποτέ.
Θα είναι εγώ;
Ή θα ονειρευτώ, πάλι θα ονειρευτώ, θα ονειρευτώ μια σιωπή, μια ονειροσιωπή γεμάτη ψιθύρους, δεν ξέρω, όλα αυτά είναι λέξεις, και δεν θα ξυπνήσω ποτέ όλα λέξεις, τίποτε άλλο δεν υπάρχει.
Πρέπει να συνεχίσεις, αυτό μόνο ξέρω.
Θα σταματήσουν, το ξέρω καλά. Το νιώθω.
Θα με εγκαταλείψουν.
Θα είναι η σιωπή, λίγες καλές στιγμές.  Ή θα ναι δική μου;
Αυτή που κρατάει, που δεν κράτησε, που κρατά ακόμα; Θα είναι εγώ;
Πρέπει να συνεχίσεις. Δεν μπορώ να συνεχίσω.
Πρέπει να συνεχίσεις. Θα συνεχίσω.
Πρέπει να λες λέξεις, για όσο υπάρχουν λέξεις, ώσπου να με βρουν, ώσπου να με πουν.
Παράξενος πόνος, παράξενη αμαρτία.
Πρέπει να συνεχίσεις.
Ίσως έχει ήδη γίνει. Ίσως με έχουν ήδη πει.
Ίσως με κουβάλησαν στο κατώφλι της ιστορίας μου πριν απ' την πόρτα που ανοίγει στην ιστορία μου. Θα με εξέπληττε, αν άνοιγε.
Θα είναι εγώ; Θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι;
Δεν ξέρω, ποτέ δεν θα ξέρω. Στη σιωπή δεν ξέρεις.
Πρέπει να συνεχίσεις.
Δεν μπορώ να συνεχίσω.

Θα συνεχίσω...


SAMUEL BECKETT, "Ο Ακατανόμαστος"


(ph. "The Blackbird", by Mitar Terzic)




Fedra V.



Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

οι ρίζες του μίσους







Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία "διαφανή" κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους "εποικοδομητικούς" κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις "ειρηνικές" αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της "διαθέσιμης" καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η "αιτία" του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του "πόλεμοι".

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού. Η φράση του Αντρέ Μαλρό "είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν" εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένα, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών, που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους.

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό, το καλό είναι οι κανόνες μας, οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους, άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός, η αλήθεια είναι ο θεός μας, ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους, άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους, ούτε ανώτερους, αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μιας κοινωνίας με άλλες, συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς, είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μια τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματικά στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες "ανεπτυγμένες" και "δημοκρατικές".

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να "εξηγήσουμε" γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική "εξήγηση".

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση, για λόγους ταύτισης, γύρω από τη "θρησκεία", το "έθνος" ή τη "ράτσα" και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιοποίηση των παραδοσιακών σημείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μια τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η "απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα" του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων, ο "λογικά" εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους "αφομοιώνονται". Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι Γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ, αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι "μη μετατρέψιμο".

Γι’ αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο, με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.




ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ



(ph. by Denis Buchel)




Fedra V.