Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

το βλέμμα του λύκου










Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό. Ήταν αβυσσαλέο και απελπιστικά λυπημένο. Το περιεχόμενο του ήταν κατά κάποιο τρόπο μία ήρεμη και σίγουρη απελπισία που είχε αποκτήσει μία συνηθισμένη μορφή. 

Με την απελπισμένη λάμψη του φώτιζε όχι μόνο το πρόσωπο του  ματαιόδοξου ομιλητή ούτε ειρωνευόταν και καταδίκαζε μόνο την κατάσταση της στιγμής, την προσδοκία και την διάθεση του κοινού, τον κάπως προκλητικό τίτλο της ομιλίας, αλλά και το βλέμμα εκείνο του Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας, όλα τα περίεργα και φανταχτερά καμώματα μας, όλες τις προσπάθειες, ολόκληρη την ματαιοδοξία, ολόκληρο το επιφανειακο παιχνίδι μια φαντασμένης και ρηχής πραγματικότητας. 

Και δυστυχώς, το βλέμμα εκείνο προχωρούσε πιο βαθιά, πήγαινε πιο μακριά και όχι μόνο στα ελαττώματα και τον απελπισμό του καιρού μας, της πνευματικότητας μας και του πολιτισμού μας. Πήγαινε ως το βάθος της καρδιάς ολόκληρης της ανθρωπότητας, μιλούσε πειστικά και φανέρωνε σε μία μόνη στιγμή ολόκληρη την αμφιβολία ενός στοχαστή ίσως ενός ειδικού γνώστη της αξιοπρέπειας και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής γενικά. 

Το βλέμμα του έλεγε: "Κοίταξε τι πίθηκοι είμαστε! Κοίταξε τι είναι ο άνθρωπος!"

Έτσι η δόξα, η εξυπνάδα, τα προτερήματα του πνεύματος, όλοι οι δρόμοι προς την ανύψωση, μεγαλεία και ανθρώπινος χρόνος γινόταν ένα παιχνίδι πιθήκων! 

Στο διάστημα εκείνο διαρκώς σκεφτόμουν πως η αρρώστια του δεν προερχόταν από κανένα φυσικό ελάττωμα,αλλά αντίθετα από τον πλούσιο και προικισμένο εσωτερικό του κόσμο που δεν εναρμονιζόταν προς το εξωτερικό περιβάλλον. 

Κατάλαβα πως ήταν μία μεγαλοφυία του πάθους. 
Είχε σύμφωνα με μερικές σοφές παρατηρήσεις του Νίτσε, μέσα του μία μεγαλοφυή, απεριόριστη και φοβερή ικανότητα για τον πόνο. 

Συνάμα συνειδητοποίησα πως η βάση της απαισιοδοξίας του δεν ήταν η περιφρονητική στάση του προς τον κόσμο αλλά η αυτοπεριφρόνηση. Γιατί ενώ μιλούσε αμείλιχτα και επιθετικά για θεσμούς και πρόσωπα, πάντοτε τα πρώτα βέλη τα έριχνε εναντίον του εαυτού του. Μισούσε και αρνιόταν πρώτο τον εαυτό του…   



απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Λύκος της Στέπας" του Hermann Hesse



Fedra V.




Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

φόβος







"Ο φόβος είναι παντού. Ακόμα και σ’ αυτό το δωμάτιο που σας μιλάω τώρα. Ο καθένας μας σ’ αυτή την αίθουσα, αυτή την στιγμή φοβάται κάτι. Μηδέ εμού εξαιρουμένου. Ο φόβος είναι μια έντονη, συναισθηματικά ριζωμένη κατάσταση που συνοδεύει τη συνειδητοποίηση ενός άλλοτε αληθινού, άλλοτε φανταστικού κινδύνου ή μιας απειλής. Ο φόβος είναι η βασική μας αίσθηση. Αλλά και ένα από τα βασικά εργαλεία για τη δουλειά μας. Βρίσκεται στην καρδιά στρατηγικών, αποφάσεων, προσφορών, πρωτοβουλιών και τρόπων επικοινωνίας που μας απασχολούν καθημερινά. Ο φόβος, θα υπερθεμάτιζα, βρίσκεται στην καρδιά της δουλειάς μας. Ίσως και να είναι η ίδια η δουλειά μας. Ο φόβος πάει με το προϊόν. Ο φόβος είναι προϊόν.


Ως προϊόν, ο φόβος έχει μια ιδιαιτερότητα: πρέπει να πουλήσει αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ανοιχτά. Δεν θα τον επικαλεστείς ολόκληρο. Έτσι κι αλλιώς βέβαια ο φόβος δεν είναι ένας. Υπάρχουν οι Μεγάλοι Φόβοι: οι επιδημίες, οι επικείμενες καταστροφές, οι κρίσεις, αλλά υπάρχουν και οι καθημερινοί φόβοι. Αυτοί είναι και οι πιο ενδιαφέροντες για μας μια και είναι λανθάνοντες. Εκφράζονται υπόγεια. Αόρατοι. Στο κάτω μέρος του παγόβουνου. Δεν είναι τόσο συνειδητοποιημένοι, μπορεί να μοιάζουν κοινότοποι και ανεδαφικοί. Όμως, αυτοί οι μικροί φόβοι είναι που εξηγούν και ερμηνεύουν τις συμπεριφορές μας. Οφείλουμε λοιπόν να τους αναλύουμε, να τους μελετάμε, να τους έχουμε στην ατζέντα.


Φυσικά, ο πιο οργανωμένος φόβος στις κοινωνίες μας είναι ο φόβος του θανάτου. Με την εξέλιξη της επιστήμης, ο θάνατος έχει εξοστρακιστεί από τα σπίτια μας κι έχει μεταφερθεί στα νοσοκομεία. Ωστόσο επιστρέφει μαζικά σαν εικόνα από ένα σωρό μίντια. Τον επιστρέφουμε κι εμείς, θέλοντας και μη. Η τάση μας, ως άνθρωποι, είναι αυτό το φόβο να τον σπρώξουμε όσο γίνεται πιο βαθιά, όσο πιο μακριά στο μέλλον. Η αποστολή μας ως διαφημιστές είναι να προωθήσουμε προϊόντα, μεθόδους, εφευρέσεις, ιδέες, που να τον απομακρύνουν από την καθημερινή ζωή μας. Κανείς δεν πουλάει κάτι στον άλλον για να πεθάνει καλύτερα. Κι αν το κάνει, δεν θα το πει ποτέ. Καταλαβαίνετε ότι η λέξη - κλειδί είναι μία: πρόληψη.


Ένα πασίγνωστο παράδειγμα. Το φαγητό. Ακόμα και το φαγητό είναι ένας τρόπος με τον όποιο ο θάνατος εισέρχεται στο σώμα . Πόσες καμπάνιες έχουμε για υγιεινή διατροφή; Η διαφήμιση δε μιλάει πια για τη γεύση ενός φαγητού αλλά για τις ευεργετικές επιρροές που δημιουργούν στο σώμα μας τα στοιχεία που περιέχει. Είμαστε ένα διατροφικό εργοστάσιο άμυνας εναντίον του θανάτου. Εναντίον της φθοράς. Προτείνουμε ουσίες, που η κύρια δράση τους είναι να στείλουν αυτό το φόβο όσο το δυνατόν πιο μακριά.



Ένας δεύτερος βασικός φόβος, εξίσου κοινότοπος, είναι η μοναξιά. Δεν είναι ασύνδετος με τον προηγούμενο. Η παρατεταμένη εφηβεία, η διάλυση της οικογένειας και η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης δημιουργούν πρόσθετο χρόνο. Δεν ενέχει μόνο χαρά αυτός ο bonus χρόνος. Ενέχει και φόβο, φόβο να μη μείνεις μόνος, φόβο να μην εγκαταλειφθείς, και εντέλει, φόβο μην πεθάνεις μόνος." 


απόσπασμα από το βιβλίο "Χαμαιλέοντες" του ΑΛΕΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ





Fedra V.



Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

χρόνος









Πέρα από το χρόνο

Ακόμα κι όταν οι αγάπες τελειώνουν
ο χρόνος προχωρεί.
Στη στιλπνή του επιφάνεια αφήνεις αποτυπώματα διαμπερή
πάντα ευανάγνωστα για τους ειδικούς που αποτιμούν το κόστος






Χρονοκύκλωμα

Τη μέρα που ανακαλύφτηκε ο χρόνος οι άνθρωποι
κούρδισαν τα ρολόγια κι άρχισαν να τον κυνηγούν.
Κι αποτιμήθηκε σε ψήγματα καταστροφής κι απόχτησε αξία
μυθικών πτηνών και χάθηκε απ’ τον κόσμο η άνεση κι ο δισταγμός
και κανένας δεν εξουσίαζε το προσκεφάλι του
και δεν υπήρχε έστω και λίγος χρόνος για χαρά ή για λύπηση.
Μόνο σαν τροχοπεδούσε ο Μέγας Χρονοκράτορας έτρεχες να
φωλιάσεις στη μασχάλη του να κλείσεις τα μάτια και να μεταμφιεστείς


ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, "Εν όλω - Συγκομιδή 1943-1997"






Fedra V.




Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

συνάντηση...







Α, φίλε μου, η μεγαλύτερη ατέλεια του ανθρώπου είναι το πώς έχει ανάγκη από μάσα. Λες και τούδωκε ο Θεός τούτο το εμπόδιο για νάναι σίγουρος πως θα κρατήσει για πάντα μακριά του τον άνθρωπο. 

Νάσαι βουτηγμένος νύχτα μέρα μέσα σε μιαν ιδέα μεγάλη, νάσαι έτοιμος να τηνε πιάσεις, και την τελευταία στιγμή να σου ξεφεύγει από τα χέρια και να πελαγοδρομεί στα σύννεφα, σαν πουλί που λευτερώνει το κορμί του και πας να το κρατήσεις από την ουρά. Γιατί; Γιατί σε κόβει η λόρδα, γιατί η πείνα σού ζαλίζει το μυαλό. Και κάθε μεσημέρι ζεις την τραγωδία του Τάνταλου.

Αυτή η καθημερινή ανάγκη της τροφής μού είχε γίνει εφιάλτης. Δεν μπορούσα πια να τη βαστάξω. M' από την άλλη μεριά πεισμάτωνα. "Θα τη νικήσω", έλεγα, ίσα-ίσα για να σπάσω το εμπόδιο του Θεού και να φτάσω σιμά του και να του γυρέψω το λόγο και να του πω. "Γιατί τάχαντες φοβάσαι τόσο τον άνθρωπο; και γιατί τόνε βασανίζεις για να φυλαχτείς; Να που και τούτο δε φελά σε τίποτε. Να που μπόρεσα να φτάσω μέχρι κοντά σου. Παραιτήσου λοιπόν και δώσε τη λύτρωση στον άνθρωπο."

Έτσι που λες, έφτασα στην αλητεία. Και τότες άρχισα να γυρνάω στους δρόμους και να ξεκόβω από τους ανθρώπους. Μα όσο ξέκοβα από δαύτους, όσο όλοι τούτοι μού φαινόντουσαν καθεμέρα και πιο αλλιώτικοι και πιο ξένοι και πιο μακρινοί, τόσο άρχισα να γνωρίζουμαι με τα σκυλιά, να μαθαίνω τη ζωή τους, τη γλώσσα τους και τον τρόπο που είχανε να τα φέρνουν βόλτα.

Μια νύχτα σ' ένα σταυροδρόμι ερημικό που φωτιζότανε ασθενικά από το φεγγάρι, έγειρα δίπλα σ' ένα σκυλί. Και τότες πιάσαμε κουβέντα και τούπα τα βάσανα μου και τα σχέδια μου. 
Ήταν το πρώτο ζωντανό που μάθαινε το μυστικό μου. Το δεύτερο είσαι συ. Όχι, το τρίτο. Το δεύτερο ήταν ο άνθρωπος της μπαράγκας όξω από το Άργος. Ας είναι. 

Λοιπόν το σκυλί αφού μ' άκουγε ώρες με κάποια αδιαφορία, που πιο πολύ ήτανε δυσπιστία, στο τέλος μαλάκωσε. Έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος μου, το φαρδύ κρεμασμένο του αυτί μού χάιδεψε με τη ζέστα του το μάγουλο μου, και με κοίταξε στα μάτια. Α πόση συγκίνηση και πόση αφοσίωση έκλεινε το βλέμμα του εκείνο. Πόσο κουράγιο μούδωσε, πόσο μαλάκωσε απ' αγάπη την καρδιά μου. Ξέχασα την πείνα και του χάιδεψα το κεφάλι. 

Και τότες μούπε το σκυλί. 

"Βλέπεις το φεγγάρι; Ξέρεις για ποιους στέλνει το φως του; Για τα σκυλιά και για τους αλήτες. Εκεί πάνω είναι η μεγάλη μας προστάτισα η Εκάτη.Αυτή φροντίζει για όσους σέρνουνται τις νύχτες στα σταυροδρόμια, σαν κι' εμάς. Το φως που στέλνει δεν έχει τη δύναμη του Ήλιου. Και τούτο ξεπίτηδες. Για να μας βοηθάει καλλίτερα. Μια φορά το μήνα το δυναμώνει. Τότες που λένε οι άνθρωποι πως είναι πανσέληνος. Ξέρεις γιατί το δυναμώνει;"

" Όχι", του αποκρίθηκα. 

"Είναι γιατί κατεβαίνει στη γης για να δει μονάχη της σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε. Κι εκείνη τη νύχτα κάνει για μας τις πιο μεγάλες καλοσύνες. Μια τέτοια νύχτα πρέπει να τηνε γνωρίσεις."




Από το διήγημα του ΑΓΓΕΛΟΥ ΔΟΞΑ "Συνέντευξη με το Θεό"
Συλλογή "Ο Πλανήτης Σκοτεινιάζει"
Εκδ. Οίκος Σπ.Γρίβα, 1946





Fedra V.



Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

the tempest









Prospero:

Our revels now are ended. These our actors,
As I foretold you, were all spirits, and
Are melted into air, into thin air:
And like the baseless fabric of this vision,
The cloud-capp'd tow'rs, the gorgeous palaces,
The solemn temples, the great globe itself,
Yea, all which it inherit, shall dissolve,
And, like this insubstantial pageant faded,
Leave not a rack behind. We are such stuff
As dreams are made on; and our little life
Is rounded with a sleep.


from "The Tempest" Act 4, scene 1, 148–158



Fedra V.