Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Αντρέ Μπρετόν... "ο ποιητής του Απόλυτου"







"Ήταν όμορφος, μιας ομορφιάς όχι αγγελικής αλλά αρχαγγελικής… Το πρόσωπό του ήταν συμπαγές, καλοσχηματισμένο... τα μαλλιά του αρκετά μακριά και ριγμένα πίσω με τρόπο αριστοκρατικό. Το βλέμμα του παρέμενε απόκοσμο, ξένο ακόμα και στον εαυτό του, ελάχιστα ζωηρό, στο χρώμα του νεφρίτη". 

ADRIENNE MONNIER







"Εψόφαγα να τον γνωρίσω. Πήγαμε την μεθεπομένην. Συναντήθηκα με ένθεον πλάσμα. Αισθανόμουνα όπως θα αισθάνετο ένας αρχαίος Ελλην, αν συναντούσε τον Απόλλωνα. Ηταν ένας άλλος κόσμος. Επικοινωνούσα πέραν του ορίζοντος, με την καθολικότητα του σύμπαντος.
Επραγματοποιείτο ανυπαρξία των οριζόντων σαν φράγμα, που δημιουργεί η κυκλικότητα της Γης και, σα να μετείχαμε όλων αυτών, εις βάθος, ύψος και πλάτος. Καθημερινώς εις την Πλας Μπλανς, ο Τανγκύ, ο Περέ, ο Ελυάρ. Προσωπικώς είχα ιδιαίτερην επικοινωνία και σύνδεσμον ειδικά με τον Μπρετόν. Στην Πλας Μπλανς συναντώμεθα και συζητούσαμε για την υπερρεαλιστική κίνηση, για τις απόψεις της ομάδας, για την εξάπλωσή τους, για τα μέσα απελευθέρωσης του καθενός από μας και του ανθρώπου γενικώς από την κοινωνική ψευτιά και την αδικία. Συζητούσαμε για τον Χαίγκελ, τον Μαρξ, τον Εγκελς, τον Φρόυντ".

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (1967)








"Ωστόσο το ατσάλινο βλέμμα του, το υπεροπτικό του χείλος, πρόδιδαν ένα πρόσωπο πιο πολύπλοκο απ’ ό,τι φανέρωνε η γαλήνια όψη και μια κάποια αδεξιότητα των χεριών του, αρκετά χωριάτικα για να μην κακοφαίνονται, όσο να ’ναι, στα κορίτσια. Από τη στιγμή όμως που πίσω από τον άχρωμο διαβάτη διέκρινες έναν άλλον άνθρωπο, σάστιζες με τη μιμική του: ένας μορφασμός, το παρατεταμένο τρεμόπαιγμα των βλεφάρων· κοιτώντας προσεκτικά, παρατηρούσες πώς πλησίαζε τις σφιγμένες γροθιές, ένα αδιόρατο χαμόγελο που πλανιόταν κι έκανε την κάτω οδοντοστοιχία να δαγκώνει την επάνω…"

LOUIS ARAGON (1920)








ANDRE BRETON 
(1896 - 1966) 

Γεννήθηκε στη Νορμανδία. Σπούδασε Ιατρική και Ψυχιατρική στο Παρίσι. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μυείται στο έργο του Σίγκμουντ Φρόυντ, συναντά τον συγγραφέα Ζακ Βασσέ και τον Λουί Αραγκόν. Συνδέεται φιλικά με τον μεγάλο ποιητή Γκιγιόμ Απολλιναίρ και με τους νεαρούς ποιητές Πολ Ελιάρ και Φιλίπ Σουπώ, με τους οποίους συγκροτεί τον πυρήνα του Υπερρεαλισμού.

Το 1919 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή "Ενεχυροδανειστήριο". Παράλληλα, ξεκινά μαζί με τους Λουί Αραγκόν και Φιλίπ Σουπώ, τη λογοτεχνική επιθεώρηση Litterature.

Σε συνεργασία με τον Σουπώ συνθέτει μια σειρά από κείμενα (πεζά, ποιήματα, αφορισμοί) χρησιμοποιώντας την μέθοδο της αυτόματης γραφής, τα οποία αποτέλεσαν το βιβλίο Champs Magnetiques (Τα Μαγνητικά Πεδία). 
Το έργο αυτό, αποτέλεσε ένα πρώτο δείγμα αυτού που αργότερα ονόμασε ο ίδιος "γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός" αναφερόμενος στο κίνημα του Υπερρεαλισμού και προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις παρατηρήσεις του, ως ασκούμενος γιατρός, πάνω στη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι τρόφιμοι των ψυχιατρικών κλινικών. 

"Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση" 

"Η λησμονιά είναι η πιο φλογερή λαχτάρα"



Τριστάν Τζαρά, Πολ Ελιάρ, Αντρέ Μπρετόν, Χανς Αρπ, Σαλβατόρ Νταλί, Ιβ Τανγκί, Μαξ Ερνστ, Ρενέ Κρεβέλ, Μαν Ρέι



Την περίοδο 1919-1921 συμμετέχει στις αρχικές εκδηλώσεις του κινήματος του ντανταϊσμού στο Παρίσι, τον οποίο όμως αποκηρύσσει δημόσια με δημοσίευση στο περιοδικό Litterature τον Απρίλιο του 1922. 

Οργανώνει την πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα και τον Οκτώβριο του 1924 κυκλοφορεί το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του κινήματος, το οποίο σηματοδότησε την έναρξη του ως οργανωμένο καλλιτεχνικό κίνημα στη βάση συγκεκριμένων θεωρητικών αρχών. 




“ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ, όνομα ουσιαστικό. Γνήσιος ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα λογικό έλεγχο, πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια."

(Ορισμός του υπερρεαλισμού από το Πρώτο Μανιφέστο του Breton σε μετάφραση Ανδρέα Εμπειρίκου)



Το Δεκέμβριο του 1924 ο Μπρετόν ιδρύει άλλο ένα λογοτεχνικό περιοδικό της υπερρεαλιστικής ομάδας, υπό τον τίτλο "La Revolution Surrealiste" (Η Υπερρεαλιστική Επανάσταση). 

Μέλημα και αποστολή "η εδραίωση της αλήθειας στον κόσμο". 

"Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός", θα γράψει στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17. "Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου. [...] Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις".



Τον Ιανουάριο του 1927 προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, μία απόφαση που ταυτιζόταν με την γενικότερη ανάγκη σύνδεσης του υπερρεαλιστικού κινήματος με κοινωνική και πολιτική δράση. 


Το 1928 κυκλοφόρησε το βιβλίο του "Ο Υπερρεαλισμός και η Ζωγραφική", ένα από τα πιο σημαντικά θεωρητικά κείμενα για την υπερρεαλιστική ζωγραφική. Περιλάμβανε δοκίμια του Μπρετόν για τη ζωγραφική αλλά και κείμενα για πολλούς υπερρεαλιστές καλλιτέχνες, έργο που το εμπλούτιζε με πρόσθετα κείμενα μέχρι το 1965.


ο Αντρέ Μπρετόν στο εργαστήριο του το 1958



Τον Ιούλιο του 1930, ίδρυσε το νέο περιοδικό του υπερρεαλισμού "Ο Υπερρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης", με κύριο στόχο την σύνδεση του ποιητικού έργου με την πολιτική. Οι συνθήκες που οδήγησαν στη ρήξη του με το Κομμουνιστικό Κόμμα περιήλθαν και στο βιβλίο "Πολιτική θέση του Υπερρεαλισμού", που εκδόθηκε το Νοέμβριο του 1935.

Τον Φεβρουάριο του 1934, υπέγραψε μαζί με άλλες προσωπικότητες, την διακήρυξη με τίτλο "Appel a la lutte" (Κάλεσμα σε Αγώνα), μέσα από την οποία καλούνταν όλοι οι διανοούμενοι σε ένα κοινό σχέδιο δράσης ενάντια στον ανερχόμενο φασισμό στην Ευρώπη.

"Πάνω απ’ όλα ήμασταν απασχολημένοι με μιαν εκστρατεία συστηματικής άρνησης, απελπισμένοι απ’ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σε μια τέτοια ηλικία έπρεπε να ζήσουμε. Η άρνησή μας ωστόσο δεν σταμάτησε εκεί. Ήταν αχόρταγη και δεν γνώριζε περιορισμούς. 
Εκτός από την απίστευτη ηλιθιότητα των επιχειρημάτων που προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν τη συμμετοχή μας σε μιαν υπόθεση όπως ο πόλεμος, που η εξέλιξή του μας άφηνε αδιάφορους, η άρνηση αυτή κατευθυνόταν – και έχοντας ανατραφεί σε ένα τέτοιο σχολείο, δεν είμαστε τώρα ικανοί να αλλάξουμε ώστε να μην κατευθύνεται πια – εναντίον όλων των διανοητικών, ηθικών και κοινωνικών υποχρεώσεων που συνεχώς και απ’ όλες τις μεριές συσσωρεύονται στον άνθρωπο και τον συντρίβουν. 
Από τη διανοητική άποψη ήταν ο χυδαίος ορθολογισμός και η ‘τετράγωνη’ λογική που πριν απ’ όλα προκαλούσαν τον τρόμο και την καταστροφική ορμή μας. 
Από την ηθική άποψη ήταν όλα τα καθήκοντα: θρησκευτικά, πολιτικά και οικογενειακά. 
Από την κοινωνική άποψη ήταν η εργασία. Όπως είπε ο Ρεμπώ, ‘Ποτέ δεν θα δουλέψω, ω χείμαρροι φλόγας!’ και επίσης, ‘Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου!’."


Το 1938 ιδρύει στο Παρίσι την γαλλική επιτροπή της F.I.A.R.I (Διεθνή Ομοσπονδία της Ανεξάρτητης Επαναστατικής Τέχνης).

Το Μάιο της ίδιας χρονιάς επισκέπτεται το Μεξικό, όπου συνάντησε τον Λέον Τρότσκι, με τον οποίο συνέταξε στις 25 Ιουλίου, ένα κείμενο με τον τίτλο "Για μία ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη". Το κείμενο υπογράφτηκε τελικά από τον Μπρετόν και τον Μεξικανό ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα. 


με τον Λέον Τρότσκι και τον Ντιέγκο Ριβέρα



Το 1940 ολοκληρώνει την "Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ", η οποία όμως δεν δημοσιεύτηκε άμεσα λόγω λογοκρισίας. 
Την επόμενη χρονιά, επισκέπτεται την Αμερική όπου ιδρύει μαζί με τους Μαρσέλ Ντυσάν, Νταίηβιντ Χαιρ και Μαξ Ερνστ, το περιοδικό "VVV". 


Το διάστημα 1948-1949 υποστήριξε το διεθνιστικό και ειρηνιστικό κίνημα Πολίτες του Κόσμου (Citizens of the World) του Γκάρυ Νταίηβις, ενώ παράλληλα αντιτάχθηκε δημόσια με πλήθος κειμένων του, τόσο στον κομμουνισμό όσο και στον υπαρξισμό.




''Ελευθερία είναι να συντρίβεις ασταμάτητα τα δεσμά σου: ακόμα για να'ναι αυτή η συντριβή δυνατή, σταθερά δυνατή, πρέπει οι αλυσίδες να μη μας τσακίζουν,όπως κάνουν με πολλούς''.


Το 1957 εξέδωσε την μελέτη "Η Μαγική Τέχνη" σε συνεργασία με τον ποιητή και ιστορικό τέχνης Ζεράρ Λεγκράντ. 
Την ίδια χρονιά εκδόθηκε και η τελευταία του ποιητική συλλογή με τον τίτλο "Constellations" (Αστερισμοί), αποτελούμενη από είκοσι δύο πεζά ποιήματα που συνοδεύονταν από ισάριθμα έργα του Χουάν Μιρό. 





Έφυγε από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου του 1966. Στον τάφο του, υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή "Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου"





Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες
Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον ώμο τους
Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια
Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα
Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη
Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει
Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορόνες
που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα
Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.


"Εγώ είμαι ανοίξετε" Andre Breton                                   
μτφρ. Ανδρέας Εμπειρίκος





Fedra V.








Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

la diva eterna



ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα.
Η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.




I will go away alone and far,
   There, somewhere in the white snow, I shall go,
                  I will go away alone and far

                    And amongst the clouds of gold!

There where hope, hope
Is regret, is regret, is sorrow!









Fedra V.








Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Μεσόγειος








Να μπορούσα τουλάχιστον να κλείσω
Σ’ αυτό μου το ρυθμό που αγκομαχά
Κάτι απ’ το παραμιλητό σου·
Να μου δινόταν να ταιριάσω
Στις δικές σου φωνές την τραυλή μιλιά μου,
Εγώ που ονειρευόμουν να σου κλέψω
Τα λόγια τ’αρμυρά
Όπου φύση και τέχνη γίνονται ένα
Για να διαλαλήσω πιο καλά τη μελαγχολία μου
Γερασμένου παιδιού που δεν έπρεπε να συλλογάται.
Κι ωστόσο δεν έχω άλλα απ΄τα φθαρμένα γράμματα
Των λεξικών, και τη σκοτεινή
Φωνή που για έρωτα μιλεί, σβήνει
Γίνεται αξιοθρήνητη φιλολογία.
Δεν έχω άλλα από τα λόγια αυτά
Που σαν δημόσιες γυναίκες
Προσφέρονται σ’ όποιον τις θέλει
Δεν έχω άλλες απ’ τις κουρασμένες τούτες φράσεις
Που κι αύριο μπορεί να μου τις κλέψουν
Ρέμπελοι φοιτητές γι’ αληθινούς στίχους.
Κι η βοή σου αυξαίνει κι απλώνεται
Γαλάζιος ο νέος ίσκιος.
Μ’ αφήνουν οι σκέψεις μου για δοκιμή.
Αισθήσεις δεν έχω, ούτε νου. Δεν έχω όρια.


EUGENIO MONTALE (1896 - 12 Σεπτεμβρίου 1981)




διαβάστε εδώ για τον Νομπελίστα εκπρόσωπο του νεώτερου ιταλικού λυρισμού...

http://www.news.gr/psyhagogia/vivlio/article/107666/eoytzenio-montale-o-poihths-poy-thrhnhse-osoys-spat.html


και εδώ επιλογή ποιημάτων του από τη συλλογή "Άλλοι Στίχοι"...

http://www.poiein.gr/archives/20506





Fedra V.







Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιστορία του Πρίγκιπα








Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό Παλάτι, κρυμμένο μέσα σ’ ένα Δάσος που είχες περπατήσει πριν πολλά χρόνια, ζούσε ένας Πρίγκιπας. Ο πατέρας του, ο Βασιλιάς, τον αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, και το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να προσφέρει στον γιο του ήταν το ίδιο τους το σπίτι: Κάθε πίνακας, πολυέλαιος και καθρέφτης στο παλάτι, κάθε χαλί ή πιάτο, κάθε εκατοστό του παλατιού τέλος πάντων, είχε επιλεχθεί από τον Πρίγκιπα, για τον Πρίγκιπα, για την παντοτινή ευτυχία του Πρίγκιπα.

Τα μεσημέρια, αφού ο κληρονόμος είχε φάει, είχε περπατήσει στους διαδρόμους θαυμάζοντας τα σπάνια έργα Τέχνης και είχε εξασκηθεί στη ξιφασκία (άθλημα το οποίο λάτρευε αρκεί να μη χρειαζόταν ποτέ να κόψει αληθινό λαιμό), το Δάσος γύρω από το βασίλειο υποδεχόταν τον νεαρό μας ήρωα, ο οποίος επιτύγχανε να χαθεί ανάμεσα στα σοφά δέντρα. Άκουγε τα αγγέλματα της φύσης όπως τα έφερναν τ’ ακούσματα της, γνώριζε τον εαυτό του στο άρωμα της γης, και ο ουρανός του ορκιζόταν πως σε κάθε κλαρί, πέτρα, λίμνη που ο ήλιος βαφτίζει, υπάρχει ασύλληπτη χαρά.

Όταν οι πρώτες σκιές σκαρφάλωναν στον ουρανό, ο Πρίγκιπας ήξερε πως έπρεπε να βρει τον δρόμο του πίσω στο Παλάτι. Ο Βασιλιάς τού είχε απαγορέψει να περιπλανιέται στο Δάσος τη νύχτα και ο υπάκουος εξερευνητής είχε μάθει ν’ αποφεύγει το σούρουπο, παραμένοντας στους φωτισμένους χώρους του Παλατιού μέχρι οι πρώτες ηλιαχτίδες να ζεστάνουν ξανά τη ζωή.

Η εντολή αυτή ήταν ντυμένη με προστασία απέναντι σε οποιονδήποτε κίνδυνο θα μπορούσε να απειλήσει το μονάκριβο παιδί του πονόψυχου ηγέτη. Όπως όλοι οι κανόνες, έτσι κι ο συγκεκριμένος στηριζόταν σε έναν απλό μάθημα που είχε περάσει από πατέρα σε γιο: Το Σκοτάδι είναι κάτι επικίνδυνο, κάτι τρομερό, που μεταμορφώνει πρίγκιπες σε τελώνια, καταραμένα να βασανίζουν εαυτό και άλλους μέχρι το φεγγάρι να γίνει πάλι ήλιος.

Ο Πρίγκιπας λοιπόν συνέχιζε τις περιπέτειες του στην αγαλλίαση της ημέρας.

Για εβδομάδες.

Για μήνες.

Για έτη.

Για δεκαετίες.

Οι ακτίνες έκαιγαν ξανά και ξανά το κρανίο του ήρωα, δίχως το δέρμα του ν’ ανακουφίζεται από την επουλωτική δροσιά της νύχτας. Το Φως τον τύφλωνε ενώ μπορούσε να δει˙ ήταν πολύ το Φως, πάρα πολύ, και ήταν το μόνο που του επιτρεπόταν να ανακαλύψει στις περιπέτειες του.

Μέχρι που το τέκνο του Βασιλιά αρρώστησε. Η ασθένεια ήταν τόσο φρικιαστική που κανένας μάγος δεν μπορούσε να την εξοντώσει. Το φαρμάκι, βλέπεις, που δηλητηρίαζε τον Πρίγκιπα, δεν έτρεχε στο σώμα, αλλά στην ψυχή του. Κλείστηκε στην κάμαρα του, δίχως ούτε ένα κερί αναμμένο, βυθισμένος σε Σκοτάδι βαθύτερο κι από εκείνο του πιο τρομερού Δάσους, ενώ τα βράδια έμενε άγρυπνος προσπαθώντας να ξεχάσει τις σαγηνευτικές υποσχέσεις της νύχτας.

Ο πατέρας του πονούσε. Ορμούσε τα πρωινά και τραβούσε τις κουρτίνες, στέλνοντας τον ήλιο να εξαγνίσει το κρεβάτι όπου βρισκόταν ξαπλωμένος ο γιός του. Η απάντηση; Σπαραχτικές εκκλήσεις να καλυφθούν τα παράθυρα, να αγοραστούν νέες κουρτίνες, από πιο παχύ ύφασμα που θα κρατάνε το δωμάτιο δροσερό, που θα εμποδίζουν τη μέρα να μπει.

Ένα βράδυ, ο Πρίγκιπας κατάλαβε πως πέθαινε. Η ψυχή του ήταν ήδη νεκρή, οπότε το σώμα είχε αποφασίσει να την ακολουθήσει. Τα μάτια του ήταν σακουλιασμένα, αρρώσταινε κάθε δεύτερη εβδομάδα, η φωνή του είχε βραχνιάσει, κουραζόταν από την παραμικρή κίνηση. Ήταν ένας αργός θάνατος, όμως πέθαινε. Πέθαινε από γηρατειά ενώ ήταν νέος. Πέθαινε.

Εκείνο το βράδυ, οραματιζόμενος τις νύχτες που είχε χάσει, ονειρεύτηκε τις νύχτες που θα έχανε. Σηκώθηκε, έριξε τις βαριές κουρτίνες, έσπασε το παράθυρο. Σκαρφάλωσε προσεχτικά προς τον κήπο και στη συνέχεια έτρεξε πέρα από τις πύλες του Παλατιού, στο κατασκότεινο δάσος που τον προσκαλούσε.

Ξαφνικά τα διδάγματα του πατέρα επέστρεψαν στις σκέψεις του. Τα δέντρα είχαν μεταμορφωθεί σε ανθρωποειδή τέρατα που απειλούσαν να τον γδάρουν με τα κλαριά τους. Τα λουλούδια, σε κάθε άγγιγμα τους ενώ περνούσε ανάμεσα τους, απέδιδαν απύθμενο τρόμο. Για να μην ξεχάσουμε το χειρότερο απ’ όλα, το βασανιστήριο που έκανε τον φίλο μας να ψάχνει μάταια τον δρόμο της επιστροφής μέσα στον νυχτερινό λαβύρινθο˙ αναφέρομαι φυσικά στη σιωπή.

Ποτέ δεν είχε αφουγκραστεί τόση εκκωφαντική ησυχία. Παλιότερα οι ήχοι των πουλιών τον συνόδευαν πιστά στις πρωινές επιδρομές, ενώ τα βράδια τη θέση έπαιρναν οι συζητήσεις με τον πατέρα, τα γέλια, η μουσική. Και τον τελευταίο καιρό, σειρά είχαν τα ατελείωτα βήματα του, τα ακατανόητα μουρμουρητά του, οι κραυγές του.

Όχι πια. Όλες οι συνοδείες είχαν αποσυρθεί, τις είχε διώξει.

Ήταν μόνος.

Πρώτη φορά στη ζωή του ήταν μόνος με τέτοιον τρόπο. Θα έπρεπε να έχει ακροαστεί τη σιωπή νωρίτερα˙ είχε πολλά να του πει.

Τον στεναχώρησε η σκέψη. Άρχισε να κλαίει.

Ένα αεράκι φύσηξε σαν για παρηγοριά. Ίσως και να ήταν παρηγοριά.

Το αεράκι τον έπεισε ν’ ανοίξει τα μάτια.

Τον έπεισε να δει.

Τα δέντρα είχαν μεταμορφωθεί σε πυλώνες ναών που του υπόσχονταν Αλήθεια. Τα λουλούδια, σε κάθε άγγιγμα τους ενώ περνούσε ανάμεσα τους, έδιναν μικρά φιλιά.

Το Σκοτάδι τον είχε μεταφέρει σ’ ένα άλλο Δάσος, σ’ ένα άλλο Βασίλειο, σ’ έναν νέο κόσμο. Έναν κόσμο για τον οποίο δεν γνώριζε τίποτα. Ακόμα.

Θα επέλεγε τι τον συγκινεί. Θα επέλεγε τι τον απωθεί. Θα μάθαινε. Τόσο το πρωί με το Φως, όσο και τη νύχτα με το Σκοτάδι. Θα ζούσε όπως δεν έζησε ποτέ.

Θα ζούσε, γιατί είχε βρει ένα καινούργιο Φως εκεί που το αρνιόταν.

Θα ζούσε, γιατί είχε επιτέλους αναστηθεί.





ΑΛΕΞΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Απόσπασμα από το βιβλίο "Σκοτάδι"



artwork : MASAAKI SASAMOTO




Fedra V.