Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

όλα είναι θέμα κυριαρχίας...







Δεν είμαστε όλοι σε κώμα, αγάπη μου...

Αξιοπρέπεια είναι η καθαρή συνείδηση και φυσικά δεν αναφέρομαι σε συνείδηση-λάστιχο αλλά σε αυτήν που έχει εκπαιδευτεί στην εφαρμογή αρχών. Η αληθινή αξιοπρέπεια είναι στάση ζωής και όχι αξεσουάρ που κατά περίσταση φέρουμε. Είναι φανερή στις επιλογές μας. 
Δεν χάνεται ούτε όταν φοβόμαστε. Γιατί είναι γνωστό πως ο φόβος στήνει παγίδα.
Ο φόβος προκαλεί πανικό, ο οποίος οδηγεί σε σύγχυση... υπό το κράτος του πανικού δεν σκεφτόμαστε καθαρά και συνεπώς αδυνατούμε να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Απλά μαθηματικά !

Έχουμε εμπλακεί ερήμην μας σε έναν άνισο πόλεμο με αβέβαιο αποτέλεσμα. Σε καιρό πολέμου οι επιθυμίες και οι ψευδαισθήσεις δεν είναι απλώς περιττές, είναι επικίνδυνες. Απαιτείται επίγνωση, εγρήγορση, ενημέρωση για τα τεκταινόμενα από ασφαλείς πηγές και αγώνας για επιβίωση με αυτοπεποίθηση αλλά και ανιδιοτέλεια. Δεν αγωνιζόμαστε να σώσουμε το τομάρι μας, ας μου επιτραπεί η έκφραση, αλλά για το σύνολο. 

Το "θηρίο" βρυχάται αλλά μήπως οι βρυχηθμοί μας επιτρέπουν να χάσουμε αξίες και αρχές; Η υπερβολική ανησυχία σίγουρα δεν αφαιρεί τα προβλήματα του αύριο αλλά την δύναμη του σήμερα. Οι διαβρωτικές σκέψεις και τα σενάρια συνωμοσίας μας απομυζούν γι' αυτό χρειάζεται να είναι υπό έλεγχο.

Βιώνουμε καθημερινά ανατροπές και ανησυχητικές αλλαγές στο παγκόσμιο σκηνικό που μας αφορούν άμεσα. Οι συνθήκες είναι εξοντωτικές. Είμαστε αντιμέτωποι με τα όρια μας. Όλα είναι θέμα κυριαρχίας.

Κάπου διάβασα πως η δύναμη των πουλιών δεν είναι στα φτερά τους. Είναι στην εμπιστοσύνη που έμαθαν να δείχνουν στο κλαδί που θα κάτσουν. Στο κλαδί πολλαπλασιάζονται. Την ελευθερία να πετούν την χρησιμοποιούν μέχρι να επιλέξουν το κατάλληλο κλαδί. Τι θα απογίνονταν αν συνέχεια πίστευαν ότι ελευθερία είναι μόνο να πετάς; 
Εύλογη απορία : "ποιο είναι το κατάλληλο κλαδί;"  

Κολυμπάμε στα βαθιά. 
Και είναι μονόδρομος. 
Κολυμπάς ή πεθαίνεις.

Είναι αυτονόητο πως απαιτούνται αντοχές, στόχοι και αρχές.
Το παρελθόν είναι απλά ο φρουρός στα μετόπισθεν.



(ph. by Anna O.)





Fedra V.












Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

κάθε βράδυ...









Έτσι, τώρα θα μιλάω κάθε βράδυ. 
Στον εαυτό μου. 
Στο φεγγάρι. 
Θα περπατάω, όπως έκανα απόψε, ζηλεύοντας τη μοναξιά μου, κάτω από το ασημένιο φεγγαρόφωτο, που λάμπει θαυμάσια πάνω στους σωρούς του φρέσκου χιονιού, με τις μυριάδες αντανακλάσεις. 
Μιλάω στον εαυτό μου, κοιτάζω τα σκοτεινά δέντρα, ευλογημένα ουδέτερα. 
Τόσο πιο εύκολο από το να αντικρίζω ανθρώπους, από το να πρέπει να δείχνω χαρούμενη, άτρωτη, έξυπνη. 
Με τις μάσκες κατεβασμένες, περπατάω, μιλώντας στο φεγγάρι, στην ουδέτερη απρόσωπη δύναμη που δεν ακούει, αλλά απλώς αποδέχεται την ύπαρξή μου. 
Και δεν με κατακεραυνώνει. 
Πήγα στο μπρούντζινο αγόρι που αγαπώ, σε έναν βαθμό επειδή κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτό, και καθάρισα το χιόνι από το λεπτοκαμωμένο χαμογελαστό του πρόσωπο. 
Στεκόταν εκεί στο φεγγαρόφωτο, σκοτεινό, με το χιόνι να γράφει τα άκρα του λευκά, στο ημικύκλιο του ιδιωτικού φράχτη, κουβαλώντας το κυματοειδές δελφίνι του, χαμογελώντας ακίνητο, ισορροπώντας σε ένα κατάστικτο πόδι.     



SYLVIA PLATH
"Ο κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων, και άλλες ιστορίες"




ph. by Shannon Hreha






Fedra V.



Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

μοιραίο









κάθε
αυτοκρατορία
έχει
ένα τέλος

(με παρηγορεί η σκέψη αυτή όταν σε κοιτάζω)


FERRAN FERNANDEZ 




γλυπτό : Gustav Vigeland



Fedra V.




Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

των εν ασκήσει λαμψάντων...







Υπάρχει λοιπόν, ομορφιά μου, κάτι πολύ πιο επιδέξιο και ειλικρινές από το να είσαι ο εαυτός σου: το να είσαι ο ρόλος σου. Τελικά, μάλλον ψέματα λέω όταν κλαίγομαι πως τάχα θέλω να μάθω ποια είμαι στην πραγματικότητα. Στα τσακίδια το εδιζησάμην εμεωυτόν. Αφού το βλέπω τόσα χρόνια στην πράξη: Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου - παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Γιατί δεν μπορώ να εννοήσω και να εννοηθώ παρά σαν αυτουργός της κατασκευής μου. Γιατί ο κόσμος δεν ορίζεται εν τέλει παρά μόνο από τον τρόπο που ο ρόλος μου επινοεί τον εαυτό μου. Στον έρωτα, για παράδειγμα. Όποτε μπαίνω στον ολέθριο χώρο χωρίς το δραματουργικό μου οπλοστάσιο, καταλήγω ένας Δον Κιχώτης σε λαϊκή έκδοση τσέπης. Ο ήρωάς μου, αν θυμάσαι, δεν μπορεί να εστιάσει στο θέμα του, δεν δύναται να εκφραστεί, του αρκεί η απλή αναφορά του ανόητου ονόματός της - Δουλτσινέα - για να γίνει γελοίος. Πόσο την αγαπάει, δεν ξέρει να το πει. Για να δηλώσει την αγάπη του, κάνει μια τούμπα στον αέρα, η πουκαμίσα του σηκώνεται, ο κώλος του μένει έκθετος μπροστά στα μάτια του υπηρέτη του. Ο Δον Κιχώτης εκείνη τη στιγμή είναι ο εαυτός του, αν με εννοείς. Μεγαλειώδες, θα πεις. Θα έκλαιγες μπροστά σε μια τέτοια σκηνή, ναι, είμαι σίγουρη, θα έκλαιγες. Μεγαλειώδες, αλλά και πάλι. Άχαρο. Διόλου δεν το θέλω.

Γιατί λοιπόν να είμαι ο εαυτός μου, αφού μάλιστα αγαπώ τόσο τη μίμηση; Αφού συντάσσομαι με αυτό που λέει ο Τόμας Μαν: "Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν παρά να μιμείται πάντοτε κάτι που ήδη συνέβη". Εκ γενετής σμίλευσα ένα και μόνο ρόλο, συρραφή από αγαπημένους θεατρικούς εαυτούς μου. Ξεκίνησα σαν Νίνα - έλεγα μονόλογο πηδώντας σκοινάκι - "Όταν τον δείτε, μην του πείτε τίποτα. Τον αγαπώ περισσότερο από πριν". Μετά πρόσθεσα λίγη ιψενική Νόρα. Άνοιξα υπάκουα το στόμα μου, "για να δω μήπως το κοριτσάκι μου έφαγε σοκολατάκι και θα καταστρέψει τα δόντια του; Είπαμε. Όχι σοκολάτα". Άλλες θεατρικές σεζόν ήμουν μια τέλεια θλιμμένη Μελισσάνθη - τι να τον κάνω τον ασαφή σου μακρόκοσμο, θα μείνω στον τιποτένιο κήπο μου, μωρό μου. Και πόσο τέλεια Άλκηστις υπήρξα... Μόνο εγώ από όλες τις τραγικές ηρωίδες θα γινόμουν εκουσίως Χείρωνας, θα κατέβαινα στον Κάτω Κόσμο για να ζήσει ο Αδαής. (Για να μη μάθει ποτέ πώς έζησε.) Μετά βαρέθηκα και έγινα η Λαβίνια. Όχι η μουγγή από τον Τίτο Ανδρόνικο - τότε ακόμα, μουγγή με τίποτα. Η άλλη, του Τόμας Έλιοτ. Αυτή, του Κοκτέιλ πάρτυ. Που φεύγει και κανείς δεν ξέρει πού πάει, αλλά πάντα επιστρέφει. Ό,τι ρόλο όμως και αν έπαιζα, ένα μυστήριο πράμα, προς το φινάλε το γύριζα πάντα σε νύφη. Εκεί επινοούσα τον πραγματικό εαυτό μου. Νύφη που κακοπάθησε - σε όλες τις παραλογές του δημώδους - νύφη από την Κούλουρη (α λα très Gaultier), μα πάνω από όλα νύφη από το Ματωμένο γάμο... "Και με όλα τα παιδιά του γιου σου κρεμασμένα πάνω από τα μαλλιά μου, εγώ πάλι θα έφευγα με τον άλλον, αν μου το ζητούσε". Και πάει να εγκατασταθεί στο βασίλειο της δοκιμασίας.

Γι’ αυτό παντρεύτηκα με μαύρο νυφικό. Γιατί είχα παράσταση και ήθελα να είμαι μια μικρή Νουρία Εσπέρτ - και έτσι τη σκηνοθέτησα ανδαλουσιάνικα και της φόρεσα μαύρα της νύφης μου. Να αλλάξω λες διανομή; Μπα. Το αποκλείω. Δεν ξέρω να παίζω Μις Τζούλιες. Είμαι σαν τους ηθοποιούς του θεάτρου Νο, που ασκούνται σε ένα και μοναδικό ρόλο - μια ζωή. Γεννήθηκα νύφη, λέω σαν νύφη να συνεχίσω να κάνω καριέρα. Και είμαι τόσο γεννημένη νύφη που ποτέ δεν κατάλαβα πως χώρισα. Απλώς ξαναπαντρευόμουν. Έτσι το θέτω εγώ. Αυτή είναι η περίπτωσή μου. Όλη μου η ψυχανάλυση σε τρεις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο (φλερτ, ραντεβού, διαθεσιμότητες, συμβιώσεις, δεσμοί, τηλεφωνήματα και ένας που δεν είναι άντρας μου), όλα αυτά τα επίπονα με κάνουν καρδιακή. Με βγάζουν από το οικοσύστημά μου. 

Δεχτείτε με λοιπόν, ω περιπέτειες της αρετής μου εσείς, έκθαμβοι αναγνώστες, με την αβλαβή (;) τρέλα μου. Έτσι θα πάω να κάνω οντισιόν στο Βασιλικό Θέατρο της Σουηδίας. Σαν τον Άντονι Πέρκινς - τελευταία σκηνή του Ψυχώ. Που καθόταν τυλιγμένος στην κουβέρτα του και δεν πείραζε τη μύγα - και αν με δει ο δεσμοφύλακας, θα καταλάβει πόσο άκακος είμαι. Πως ούτε μια μύγα πειράζω, θα κάθομαι στη σκηνή σιωπηλή - ένας κάθετος, εξπρεσιονίστικος φωτισμός θα πέφτει -, δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, όλοι ξέρουν ότι συνέχεια παντρεύομαι, θα καταλάβουν. Πως αυτός ο ρόλος γράφτηκε πάνω μου. Πως καμιά δεν θα τον παίξει καλύτερα... 


ΜΑΛΒΙΝΑ ΚΑΡΑΛΗ, "Σαββατογεννημένη"



Fedra V.




Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

κάτι να υπολείπεται...







ΗΡΘΕ για να μιλήσει ένα ιδιωτικό λόγο που να ανήκει. Σαν από φωνές πουλιών και ήχους του δάσους. Να ειπωθεί παρατεταμένος. Με δύσμορφα σύμφωνα ουρλιαχτά. Και ως επιστέγασμα. Ήθελε να είναι ιδιοκτήτης των λέξεων που με φιλευσπλαχνία, τις αφήνει να γράφονται από κάτω σαν μόνες τους. Και τις επιβλέπει. Και επιτρέπει ως δημιουργός τους να αρθούν υπεράνω του και να αναγγείλουν.

Μιλά τον προορισμένο από άλλους, τον καταδικασμένο, κοινόχρηστο λόγο. Της αδύνατης αναπνοής. Σημαδεμένος από τον ήλιο των λέξεων, θέλει με το έγκαυμά τους να προχωρήσει. Και να περάσει επάνω.
Γιατί λόγος είναι όταν οι λέξεις σε σκάβουν και μπορείς να αλλάξεις την ανθρώπινη σημασία τους. Και όταν η σιωπή δείχνει φως, όπως σε εκείνη την παλιά γυναίκα που μύριζε άλυτα ποιήματα και προσπάθησε όχι να ενώσει.







Με τον πόνο που πονούν οι λέξεις θα τις χρήσει να λεηλατούν. Θέλει να τις απαλλάξει από το ατελέσφορό τους και ό,τι άλλο το όνομά τους προσδιορίζει ως μοίρα τετελεσμένη. Γι αυτό θα τις αφήσει να γράφονται. Οδηγημένες απ’ τον εαυτό τους – όμως κατ’ εντολήν του.
Αυτές οι νέες λέξεις είναι το μέλλον που θα προηγηθεί του ανθρώπου. Αυτού του νέου ανθρώπου που έρχεται από το τέλος του ανθρώπου. Και θα είναι αποκλειστικές σαν δέρμα. Να εξαγγείλουν την έλευσή τους μαζί, με τον τρόπο που κάνουν οι κήρυκες.

Οικειώθηκε το άρρητο γιατί ορκίστηκε σε άγνωστο χρέος και τον τραβά. Δεν έχω άλλο κόσμο, είπε. Και ήταν αμίλητος. Επειδή είχαν μιληθεί όλα μέσα του με μια ευκολία που περίσσευε. Και ήταν λυπημένος επειδή ήθελε να γράψει τον εαυτό του, αλλά όχι με τα γερασμένα μέσα των άλλων.
Σχεδόν σφαγμένος από αξιοπρέπεια. Να περιμένει τις λέξεις να τον φιλήσουν και ποτέ. Ποτέ άλλοτε τέτοια ζωή δεν είχε πάρει το μελανό χρώμα των λέξεων. Που σαν φακίδες είχαν στολίσει το πρόσωπό του. Και ήταν σημαίες ερημικές που βασίλευαν πια και έλεγαν τίποτε.







Τέτοια όχι ζωή ήθελε να αντικαταστήσει. Τέτοιες όχι λέξεις χωρίς αίμα να τελειώσουν να σημαίνουν αυτά που έχει να πει. Και είναι τίποτε γιατί μόνον από το τίποτε γίνεται να γεννηθεί το όλον.

Άνοιξε το παράθυρο να φυσήξει τις νέες λέξεις να κρυώσουν και να κολλήσουν επάνω του. Καταιγισμένος. Επειδή εχθρός του ανθρώπου και του προορισμού του ανθρώπου είναι ο λόγος που δεν ανήκει. Από κάτω σαν ξηλωμένα κουμπιά οι παλιές, όχι ακόμη, έλεγαν, και ήταν από φως μαραμένες. Σαν καμένες φωτογραφίες αυτού που παρήλθε.
Με αυτές τις κρεμαστές λέξεις θα βάλει στον κόσμο μια αρχή. Να μπει από κάτω με όλο εκείνο το βάθος που βλέπει. Και να δει το κενό που άφησε το νόημα φεύγοντας.
Σαν καθαρισμένο από τη χρήση. Άσπαστο και ευοίωνο να κυλάει προς μια άγνωστη ευτυχία.

Με ό,τι υπολείπεται.



ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
από το βιβλίο “Πιο νύχτα δεν γίνεται”






Fedra V.