Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

η σκακιέρα



Η Μαύρη Βασίλισσα πήρε τη θέση της δίπλα στο Βασιλιά. Έτσι, γινόταν χρόνια τώρα, πριν από τον καιρό της, και σίγουρα έτσι θα συνεχιζόταν να γίνεται και μετά απ’ αυτήν. Το Λευκό και το Μαύρο Βασίλειο βρίσκονταν σε πόλεμο. Μια μάχη με ένα μόνο νικητή. Αλλά ο Βασιλιάς που αγαπούσε δεν ήταν αυτός που στεκόταν τώρα δίπλα της. Ήταν αυτός που στεκόταν στην απέναντι παράταξη με τη δική του Βασίλισσα στο πλευρό του.

Τον είχε δει για πρώτη φορά, όταν άρχισαν οι Μεγάλες Διαπραγματεύσεις, για να αποφευχθεί ο πόλεμος. 

Ο Λευκός Βασιλιάς. Ο Βασιλιάς της. 

Τον ερωτεύτηκε, γιατί δε γινόταν αλλιώς. Και την ερωτεύτηκε κι εκείνος. 
Ήταν μια αμοιβαία καταστροφή. Ένα αμοιβαίο λάθος. Ήταν η κορυφαία πράξη του δράματος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνη τη στιγμή. Ήταν αφελής. Γιατί οι Διαπραγματεύσεις απέτυχαν. Τα δύο βασίλεια κήρυξαν πόλεμο. Και τώρα στεκόταν ντυμένη στα μαύρα, χλωμή και ανέκφραστη με μια μόνο διαταγή. 

Να σκοτώσει το Λευκό Βασιλιά. Να σκοτώσει το Βασιλιά της.

Εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα. Άσπρο και μαύρο. Το πεδίο της μάχης. Τίποτα δεν ήταν θέμα τύχης. 
Υπάρχουν κανόνες σε κάθε πόλεμο. Υπάρχει ορισμένος χρόνος για κάθε κίνηση. Τα πιόνια που επιτίθενται και τα πιόνια που θυσιάζονται. 
Μοναδικός στόχος να πεθάνει ο αντίπαλος βασιλιάς. Σε κάθε σύγκρουση. Σε κάθε μάχη. 
Στα εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα μοναδικός σκοπός είναι η νίκη. 
Αλλά ποιος κινεί τα πιόνια τελικά; Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει; Ποιος είναι αυτός που κρατάει την καρδιά της στα χέρια του;

Το καμπανάκι χτυπά. Οι αντίπαλοι παίρνουν τις θέσεις τους. Στέκεται και κοιτάζει ανίκανη να σταματήσει το φονικό. Ούτε δάκρυα δεν τρέχουν πια. Δεν έχει χρόνο να σκεφτεί, να νιώσει ή να τρέξει μακριά απ’ όλα αυτά. Ακίνητη, στο μαύρο της τετράγωνο, περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Την κίνησή της. 
Από παντού ακούγονται αλαλαγμοί και κραυγές. Θέλει να κλείσει τα αυτιά της. Να σωπάσουν όλα γύρω της. Αλλά δεν μπορεί. Δεν έχει χρόνο. 
Οι Λευκοί Στρατιώτες ξεκινούν πρώτοι την επίθεση. Οι Μαύροι αντεπιτίθονται. Πρώτο κύμα. Δεύτερο κύμα. Τρίτο κύμα. Οι επιθέσεις αλλεπάλληλες. Καμία πλευρά δε δείχνει έλεος. Οι περισσότεροι στρατιώτες πέφτουν νεκροί.

Οι σάλπιγγες ηχούν. Οι ιππείς παρατάσσονται και εφορμούν. Οι στρατηγικές αλλάζουν με κάθε κίνηση του αντιπάλου. Τα μαύρα και τα άσπρα άλογα ξεκινούν τον άγριο χορό τους. Τα χλιμιντρίσματα, οι κλαγγές των όπλων και το αίμα κυριαρχούν. Κυρίως το αίμα.  Έχει σταματήσει να βλέπει χρώματα πια. Παντού υπάρχει αίμα. 
Και η μοναδική εικόνα στο μυαλό της είναι το αίμα του Βασιλιά της στα χέρια της. Θέλει να ουρλιάξει. Θέλει να πεθάνει. 
Έχεις νιώσει ποτέ απόγνωση; Αυτό ήταν απόγνωση.

Οι αξιωματικοί ουρλιάζουν διαταγές και συγκλίνουν για να προστατέψουν το Βασιλιά τους. Να πάρουν καινούριες αποφάσεις. Να εξετάσουν την κατάσταση του στρατεύματος. Μεγάλες μπάλες φωτιάς άρχισαν να εκτοξεύονται. Κραυγές ξανά. Αυτήν τη φορά όμως, ήταν κραυγές αγωνίας ανθρώπων, που καίγονται ζωντανοί. Βλέπει τη φωτιά και μυρίζει την καμένη σάρκα. Φτάνουν νέα. Ο αριστερός πύργος του Λευκού Βασιλείου έχει πέσει. Είναι θέμα χρόνου να πέσει και ο δεξιός. Οι μαύροι πύργοι είχαν ήδη μπει στη μάχη. Η Λευκή Βασίλισσα είχε πιαστεί αιχμάλωτη.

Κομμάτι κομμάτι, όλα έμπαιναν στη θέση τους και ένιωθε τη στιγμή, που φοβόταν περισσότερο, να πλησιάζει. Είχε την εντύπωση πως αυτή η μάχη είχε διαρκέσει μέρες, ίσως και μήνες, αλλά ο χρόνος είναι σχετικός. Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Και τόση ώρα δε φοβόταν για τη δική της ζωή. Δεν προσευχόταν για τη δική τους νίκη. Στο τέλος όμως δεν είχε καμία σημασία τι ήθελε εκείνη. Της είχε αφαιρεθεί, ξεκάθαρα, το δικαίωμα να αποφασίζει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ζωή της δεν ήταν στα χέρια της.

Την τάραξε το σούσουρο και ο αναβρασμός που επικράτησε. Ο αξιωματικός το είπε ξεκάθαρα. Ο Λευκός Βασιλιάς ήταν εκτεθειμένος. Η καρδιά της σταμάτησε. Όλα σταμάτησαν. Για λίγο. Ο Μαύρος Βασιλιάς γύρισε προς το μέρος της.

«Πήγαινε», της είπε.

Παγωμένα. Χωρίς ντροπή. Χωρίς συναίσθημα. Λες και διέταζε κάποιο από τα σκυλιά του να πάει να φέρει το θήραμα. Και αυτό δε διέφερε πολύ από την πραγματικότητα.
 Έγνεψε καταφατικά και άρχισε να κινείται. Μέσα στη νύχτα. Μέσα στα πτώματα και τις φωτιές και τα κατεστραμμένα οχυρώματα. Μέσα στα εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα. Μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, διαγώνια. Δεν την ένοιαζε. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν σε εκείνον.

Στεκόταν θλιμμένος κοιτώντας το στρατό του να αποδεκατίζεται και το βασίλειό του να χάνεται. Της φαινόταν κουρασμένος και ταυτόχρονα η προσωποποίηση της δύναμης. Στα δεξιά ο πύργος έδινε τη μάχη του να κρατηθεί. Στα αριστερά οι αξιωματικοί προσπαθούσαν να απωθήσουν στρατιώτες. Οπότε οι πληροφορίες ήταν σωστές. Ο Βασιλιάς ήταν όντως εκτεθειμένος.

«Εσένα έστειλε τελικά;»
Δεν είχε γυρίσει να την κοιτάξει ακόμα, αλλά ήξερε ότι ήταν εκεί. Αισθάνθηκε τόσο λίγη για την αγάπη του. Δεν την άξιζε.

«Ναι».

«Καλά έκανε».

Δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της. Εκείνος την κοίταξε.

«Δεν καταλαβαίνεις; Έτσι μπορώ να σε δω για τελευταία φορά. Από το δικό σου χέρι αντέχω χίλιους θανάτους».

«Δεν μπορώ να το κάνω. Δε θέλω να το κάνω».

Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Ήταν τόσο όμορφος. Τόσο δικός της εκείνη τη στιγμή.

«Πρέπει».

«Όχι. Δεν πρέπει. Μπορούμε να φύγουμε. Να τα αφήσουμε όλα αυτά πίσω μας. Να μην είμαστε πια η Μαύρη Βασίλισσα και ο Λευκός Βασιλιάς, άλλα μόνο εγώ κι εσύ. Μπορούμε!»

«Δεν μπορούμε. Είμαι ο Βασιλιάς. Έχω χρέος απέναντι στους στρατιώτες μου και το βασίλειό μου. Να κερδίσω ή να πέσω στη μάχη. Δεν είμαι αυτός που θα το βάλει στα πόδια. Μη μου ζητάς να γίνω δειλός για χάρη σου. Δε θα με αγαπάς. Εγώ ένα βήμα, εσύ όλα τα βήματα. Θυμάσαι;»

Την κοίταζε στα μάτια και δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Δε γινόταν κανένας πόλεμος γύρω τους. Δεν είχε πάει εκεί, για να τον σκοτώσει. Δε χρειαζόταν να κρύβεται και να φοβάται πια.

«Θα σ’ αγαπάω έτσι κι αλλιώς».
«Δε θα σου ζητούσα τίποτα περισσότερο».

Έμειναν σιωπηλοί για λίγο ο ένας απέναντι στον άλλον, λες και αυτή ήταν όλη η ζωή που θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί.

«Έλα εδώ», της είπε.

Εκείνη ήξερε. Εκείνη κατάλαβε. Έκανε την τελευταία της κίνηση. Την αγκάλιασε σφιχτά. Από εκείνες τις αγκαλιές που σου στερούν το οξυγόνο και που στο δίνουν ταυτόχρονα. Δεν υπήρχε τίποτα χλιαρό. Αυτή η αγκαλιά ήταν ολόκληρη μια κατάκτηση. 
Ήταν σειρά της τώρα. Τον φίλησε απαλά. Ίσα που ακούμπησε τα χείλη του. Δεν ήταν από τα φιλιά με πάθος, ήταν από ’κείνα τα φιλιά που ουρλιάζουν από ανάγκη. 
Κάρφωσε το μαχαίρι κατευθείαν στην καρδιά του. Γιατί εκείνη ήταν η καρδιά του.

Η Μαύρη Βασίλισσα στάθηκε μόνη και αγέρωχη στα εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα. Με λάθος ταίρι. Χωρίς ταίρι.

Σαχ ματ.

Ο Λευκός Βασιλιάς είναι νεκρός.





Βάσω Ραπτογιάννη, «Η γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα» 



Fedra V.


Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Βζιιουιιουνν



Αυτή τη νύχτα δεν κοιμάμαι βγάζω από πάνω μου τα άδεια δωμάτια, κρεμάω στη φαρμακαποθήκη τα φιλιά, δεν θα’ χω στόμα μονάχα ένα φωτάκι δίχως ήχους και θορύβους. Όταν θα ‘ρθεις θα σφυρίξει εκκωφαντικά, θ’ ανοίξει η φορμόλη τα φιλιά και τα χείλη, θα βάλεις όποιες λέξεις θέλεις στη θέση της γλώσσας, θα καταπιώ εκείνες που σε πονάνε και θ’ απλώσω το ‘’ε’’ της εξημέρωσης στα καινούρια σεντόνια. Θα σου δείξω πως πεθαίνει μια ανάσα και πως ανασταίνεται ουρλιάζοντας. Θα ρουφήξω όλη τη τρικυμία από το λακκάκι του λαιμού σου, θα ξεκλειδώσω έναν – έναν τους σπονδύλους σου για να χωρέσει εκεί όλο το ‘’ω’’ των οκτακοσίων χιλιάδων αριθμών.


Κι όταν μεταμορφωθείς σε εισιτήριο απεριόριστης διαδρομής θ’ ανοίξω το παράθυρο με τις πολυσύλλαβες λέξεις, εκείνες που δεν μας αντέχουν γιατί θα μυρίζουμε αλήθειες. Τότε θα γίνουμε αερόστατα, δίχως υποσχέσεις, λόγια, σώματα φοβισμένα, στάσεις, φανάρια, στροφές, ανηφόρες, λίγα λεπτά, αναμονές. Θα κρατάμε μια τεράστια ομπρέλα και θα φοράμε ένα τεράστιο κασκόλ μαζί. Μόνο να χωράμε στη ταχύτητα.
 
Βζιιουιιουνν
 
ΕΛΕΝΗ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ 
 
 
Fedra V.
 
 
 
 

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

μπρος-πίσω, πίσω-μπρος...




Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι,
με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί,
πήρα κι εγώ μέρος στη μάχη,
στο αίμα, στη φωτιά, στην αρπαγή.

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι,
μπρος-πίσω, πίσω-μπρος,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο,
των ίσκιων στρατηλάτης κι αρχηγός,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο
κι έφτασα τώρα εδώ,
στην κουνιστή μου πολυθρόνα,
μπρος-πίσω, πίσω-μπρος...

Τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο
και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί
η μάχη, το αίμα, η φωτιά κι η αρπαγή
θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη
καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει,
ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή.


(απόσπασμα από το βιβλίο "Ό,τι περιγράφω με περιγράφει – ποίηση δωματίου ")
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
1943-2011



Fedra V.


 

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

…και ζήσαν αυτοί καλά






Στα παραμύθια που δεν πίστεψα ποτέ και σε αυτά τα λίγα που πιστεύω, υπάρχει μια φράση αντίστοιχη με εκείνη των ταινιών με ευτυχισμένο τέλος. "… ζήσαν αυτοί καλά, και εμείς καλύτερα".


 Όταν το βιβλίο έκλεινε και η ιστορία τελείωνε, εμένα με βασάνιζε το ίδιο πάντα ερώτημα: "Και μετά; Τι έγινε μετά;"

Απάντηση δεν πήρα ποτέ από κανέναν. Γι αυτό και αποφάσισα να ψάξω να βρω μόνος μου την άκρη. 


Η αρχή ήταν να  φανταστώ το "μετά" ενός πασίγνωστου παραμυθιού. 
Το "μετά" αν …ΔΕΝ  ….είχαν ζήσει αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Η Κοκκινοσκουφίτσα. 


Στην Κοκκινοσκουφίτσα λοιπόν, για να σας θυμίσω, η ιστορία τελειώνει ως εξής:

Ο καλός ξυλοκόπος σκοτώνει τον κακό λύκο και σώζει την Κοκκινοσκουφίτσα και την γιαγιά της από τα δόντια του.

Κι ύστερα; 


Ύστερα,  η ζωή έμοιαζε να έχει ξαναβρεί τους κανονικούς της ρυθμούς.

Η γιαγιά συνέχιζε να μένει στο μικρό της σπίτι στο δάσος, παρά τις υποδείξεις όλων  ότι δεν ήταν διόλου ασφαλής εκεί.

Η Κοκκινοσκουφίτσα συνέχιζε να την επισκέπτεται καθημερινά για να της πηγαίνει φαγητό. Όλα έδειχναν άκρως φυσιολογικά. Έδειχναν. Γιατί στην πραγματικότητα, κάτι δεν πήγαινε καλά.


Αρκετά χιλιόμετρα μακριά απ’ το σπίτι της γιαγιάς,  στο  νοσοκομείο,  νοσηλευόταν ο  λύκος. Διάγνωση: κρανιοεγγεφαλικές κακώσεις και μώλωπες σε όλο το σώμα.

Τον είχε μεταφέρει εκεί, τρεις  μήνες νωρίτερα, ένα κακός ξυλοκόπος. (δυστυχώς κακοί υπάρχουν σε όλα τα επαγγέλματα).

Όλον αυτόν τον καιρό, ο λύκος βρισκόταν σε κώμα. Εκείνο όμως το πρωί έγινε το θαύμα.

Ο κακός  λύκος ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του.


- Πού βρίσκομαι ; , ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή.

- Στο νοσοκομείο είσαι, απάντησε η νοσοκόμα από την άλλη άκρη του δωματίου.

- Και τι κάνω εδώ;

- Καλά δε θυμάσαι τίποτα ;

- Απολύτως τίποτα.

- Περίμενε να φωνάξω το γιατρό.


‘Εξι ώρες αργότερα,  ο γιατρός επισκέφτηκε τον κακό λύκο (το σύστημα υγείας δεν λειτουργεί φυσιολογικά ούτε στα παραμύθια ).


- Πως είσαι ; ρώτησε ο γιατρός.

- Γιατρέ μου δεν θυμάμαι τίποτα. Ούτε γιατί είμαι εδώ, ούτε ποιος μ’ έφερε, ούτε καν το όνομα μου!

- Για να δούμε λοιπόν τι έχουμε εδώ… Σύμφωνα με το ταμπελάκι που βρίσκεται στο κρεβάτι σου είσαι ο "ο κακός ο λύκος " από το γνωστό παραμύθι η "Κοκκινοσκουφίτσα". Σ’ έφεραν  μετά από τα χτυπήματα που δέχτηκες από τον "καλό ξυλοκόπο".

- Γιατρέ μια άσχετη ερώτηση : Αυτός με χτύπησε και είναι καλός και εγώ που τις έφαγα είμαι ο κακός ;

- Μάαααλιστα…… Χμ…. Το πρόβλημα σου είναι πιο σοβαρό απ ό,τι νόμιζα. Ξεχνάς ότι πήγες να καταβροχθίσεις την Κοκκινοσκουφίτσα κι έκλεισες τη γιαγιά της στη ντουλάπα με τα χειμωνιάτικα ;

- Τι μου λέτε γιατρέ μου τώρα; Εγώ αυτή την Κοκκινοσκουπίτσα ούτε που την ξέρω.

- Κοκκινοσκουφίτσα ανόητε!

- Ναι, όπως κι αν τη λένε, εγώ αποκλείεται να προσπάθησα να τη φάω. Είμαι vegetarian!

- Και θες να σε πιστέψω δηλαδή ;

- Αν είχατε την ευχαρίστηση…

- Καλά… Εγώ θα κάνω ότι σε πιστεύω… αλλά στο εξής να προσέχεις τι τρως! Έχεις πρόβλημα με τη χοληστερίνη σου. Μόνο λαχανικά και καρότα!

- Ό,τι πείτε εσείς. Μπορώ να φύγω από εδώ ;

- Ναι βέβαια. Χρειαζόμαστε και το κρεβάτι. Τυχερός είσαι γιατί αν δεν είχες ξυπνήσεις και σήμερα θα σε δήλωνα νεκρό.

- Κατάλαβα, πείτε ότι έφυγα ήδη!


Στο μεταξύ, στο σπίτι της γιαγιάς κάποιος χτυπάει την πόρτα.


- Ποιος είναι ; ρωτάει η γιαγιά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ανήμπορη να σηκωθεί.

- Γιαγιά, η Κοκκινοσκουφίτσα είμαι!

- Α, έλα παιδάκι μου. Μπες. Το κλειδί είναι πάνω στην πόρτα.  Άνοιξε και μπες.


 Και αφού μπαίνει μέσα….


- Γεια σου γιαγιάκα. Σου έφερα γλυκό που έφτιαξε η μητέρα μου.

- Σ’ ευχαριστώ Κοκκινοσκουφίτσα μου. Και τι γλυκό μου έφερες ;

- Κουραμπιέδες,  γιαγιάκα μου.

- Ήμαρτον κοριτσάκι μου!. Από τα Χριστούγεννα κουραμπιέδες μου φέρνεις και είναι καλοκαίρι πια! Πόσους είχε φτιάξει επιτέλους η μάνα σου ;

- Οι ίδιοι είναι γιαγιάκα μου, απλώς κάθε φορά που φεύγω τους παίρνω μαζί μου. Ξεχνάς πως έχεις ζάχαρο και δεν κάνει να τρως γλυκά ;


Οι συζητήσεις της Κοκκινοσκουφίτσας με τη γιαγιά της δεν έβγαζαν ποτέ, πουθενά. Γι αυτό, ας δούμε καλύτερα τί κάνει ο κακός λύκος από τότε που βγήκε απ το νοσοκομείο…


Σ’ ένα δάσος λοιπόν….


- Πω πω, τί λιγούρα είναι αυτή που έχω! Και είπε κι ο γιατρός να μη τρώω τίποτα παρά μόνο λαχανικά και καρότα. Α ωραία! Να ένα καρότο. Ας το φάω!


Και όπως κάνει ο κακός ο λύκος να φάει το καρότο ακούει…


- Με θυγχωρείται , εθείθ δεν είθτε ο κακόθ ο λύκοθ;

- Ναι, έτσι λένε . Με ποιον έχω την τιμή να ομιλώ;

- Έναθ λαγόθ είμαι κύριε. Κι εθείθ πάτε να φάτε το καρότο μου.

- Ξέρετε, είναι συνταγή γιατρού. Έχω κάτι στερητικό στη χολή μου και ο γιατρός μου είπε να αποφεύγω τις καταχρήσεις.

- Θυγνώμη κύριε λύκε, μήπωθ είθτε κόπανοθ ;

- Γιατί το λέτε αυτό κύριε λαγέ ;

- Οι λύκοι δεν παθαίνουν χοληθτερίνη. Πολύ απλά, ο γιατρόθ θαθ κορόιδεψε για να μη φάτε την Κοκκινοθκουπίθα.

- Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η Κοκκινοσκουπίτσα που θέλω να φάω ;

-  Κοκκινοθκουπίθα ανόητε. Μα θτ’ αλήθεια έχειθ πάθει αμνηθία ;

- Δυστυχώς, ναι!

- Θα θε βοηθήθω εγώ.


Τότε, ο λαγός κάθισε και είπε στον κακό λύκο τα πάντα.. Κι εκείνος ως εκ θαύματος τα θυμήθηκε όλα. Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί, πήρε το μονοπάτι για να φτάσει στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας.



 - Ωραίαααα… εδώ είμαστε. Ήρθε η ώρα που περίμενα επιτέλους.  Ας χτυπήσω τη πόρτα. 


ΤΟΚ ΤΟΚ ΤΟΚ


- Ποιος είναι ; φώναξε η γιαγιά.

- Η Κοκκινοσκουπίτσα είμαι γιαγιά! Άνοιξέ μου! Όχι, λάθος… η Κοκκινοθκουπίθα ή όχι… τέλος πάντων η Κοκκινοτέτοια η εγγονή σου είμαι!

- Αχ, παιδάκι μου… μα δεν σου είπα ότι το κλειδί είναι επάνω στη πόρτα ; Άνοιξε και μπες.


Ο κακός ο λύκος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μόλις τον είδε η γιαγιά, είπε τρομαγμένη:


- Εσύ δεν είσαι η Κοκκινοσκουφίτσα! Μα, για να σε δω καλά… Θεέ μου, πάλι εσύ ;

- Μην ανησυχείς, δεν θα σε πειράξω. Εγώ την Κοκκινοσκουπίτσα θέλω να φάω. Εσένα, απλά θα σε δέσω και θα βάλω μέσα στη ντουλάπα.

- Όχι, σε παρακαλώ! Όχι πάλι στη ντουλάπα! Προχθές ξεμύρισα από τις ναφθαλίνες. Βάλε με καλύτερα στο ψυγείο.


Ο καλός λύκος έδεσε τη γιαγιά και την έκρυψε μέσα στο ψυγείο. Μετά, φόρεσε τα γυαλιά της και τα ρούχα της και κάθισε να περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα να έρθει. Έτσι κι έγινε. Λίγη ώρα αργότερα, έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα.


- Γεια σου γιαγιάκα μου.

- Ήρθες, Κοκκινοσκουπίτσα μου ;

- Ήρθα, γιαγιά μου. Σου έφερα και γλυκά γιατί με τις τελευταίες εξετάσεις που έκανες δεν είχες ζάχαρο.

- Καλά,  το γλυκό θα το φάω μετά το φαγητό.

- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά ;

- Είναι κληρονομικό,  παιδάκι μου. Έτσι είναι τ’ αυτιά στο σόι μας… σαν τηγανήτες. Μη στεναχωριέσαι όμως, θα μεγαλώσουν και τα δικά σου.

- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο κόκκινα μάτια  ;

- Δεν είναι τίποτα παιδάκι μου, δεν έχω κοιμηθεί καλά.

- Και γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα ; Μάλλον,  άσε μη μου απαντήσεις. Φάε πρώτα το γλυκό που σου έφερα.

- Τι καλό μου έφερες ;

- Κουραμπιέδες. Έλα φάε.


Και τότε ο κακός ο λύκος έκανε το μοιραίο λάθος. Έφαγε τον κουραμπιέ που από την πολυκαιρία και το πήγαινε- έλα είχε γίνει σαν βότσαλο με ζάχαρη. Έτσι, έσπασε όλα του τα δόντια και άρα η Κοκκινοσκουφίτσα τη γλίτωσε δια παντός! 




Το συμπέρασμα που έβγαλα λοιπόν είναι ότι, πάντα, εκείνοι ζουν καλά κι εμείς καλύτερα. Κι όποιος αμφιβάλει ή έχει χάσει την πίστη του στα παραμύθια ή την παιδική του αθωότητα.  


ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΣΟΚΟΣ



Fedra V.



Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Μην πεις σε κανέναν τίποτα





Όταν έχεις ένα μυστικό, είναι σαν ένας βαθύς, βαρύς πόνος. Σαν βράχος που έσκασε από ψηλά. Σαν νύχτα που βαραίνει την θλίψη σου ακόμη πιο πολύ. Ύστερα, έρχεται ένα τραγούδι και βλέπεις πως το μυστικό σου, υπάρχει εκεί έξω, με άλλο όνομα, άλλο πρόσωπο, αλλά με τον ίδιο ήχο. Και τότε νιώθεις ένα παράξενο μαζί, μα συνάμα κι ένα μεγάλο μόνος.

Μόνος, γιατί όλα όσα είναι το μυστικό, ακόμη κι αν το ξέρει και κάποιος άλλος, το δικό σου μυστικό εξακολουθεί να είναι τέτοιο, που δεν μπορείς να το μοιραστείς. Υφαίνει τα πέπλα του γύρω σου. Απλώνει τα νύχια του ακόμη πιο μέσα σου. Βρίσκει την πληγή και γραντζουνάει ό, τι έχεις ορίσει ως απροσπέλαστο.

Κι εσύ, θες να τα πεις όλα, μα δεν γίνεται. Δεν έχουν όλοι την ίδια αντοχή στην ακουστική του πόνου. Στις νότες της θλίψης, η μελωδία σου ανήκει εξ’ ολοκλήρου. Μια μεταφυσική αύρα τρέχει γύρω απ’ τη μνήμη σου. Από εκείνα που ξέρεις πως είδες, από αυτά που είσαι σίγουρος πως κάποτε ήρθαν. Κι έφυγαν. Αναίτια οικειοθελώς. Μονότονα ύπουλα.

Κοιτάζω έξω τον δρόμο. Έχει γεμίσει με βάλτους. Στα χέρια μου φυτρώνουν νούφαρα. Περιμένω την βροχή που θα στεγνώσει το οδόστρωμα. Τη στιγμή που θα φοβάμαι ακόμη πιο πολύ την ώρα που θα πάψω να φοβάμαι. Θέλω αυτό που δεν υπάρχει πουθενά. Θέλω να φωσφορίζει το βλέμμα σου από ένα έπειτα. Από το μετά του θανάτου. Το κατόπιν του κόσμου που χάλασε. Που πήρε την ουσία μέσα απ’ τα μάτια σου.

Να μπορώ να σου πω: Κοίτα, πονάνε κι οι βράχοι. Κι εσύ να νιώθεις τη γεύση απ’ τα κύματα να ρέει απ’ τα χείλη μου, σαν μέλι. Αστείρευτα χαλάσματα ομορφιάς. Η αγάπη φτιάχνεται από αίμα. Όσο το σκουπίζεις, τόσο περισσότερο απλώνει. Μες στα ερείπια της νύχτας, χαλασμένες φωνές επενθοστολούν όνειρα. Μην τα κοιτάς. Δεν σε αντέχουν.

Μείνε όσο μπορείς μακριά. Τρέξε να φύγεις απ’ την άκρη των δαχτύλων μου. Δεν χωράς σε αυτό τον κόσμο. Ξωτικό που έχασε το μονοπάτι για το πίσω του. Τιμωρία για το μυστικό που έμαθε. Ξέχασε όλα όσα είπα. Δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα παραλήρημα αλήθειας που μου ξέφυγε. Γιατί οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ αλήθεια. Οι αλήθειες, τους ξεφεύγουν σαν σπίθα που το σκάει απ’ τη φωτιά.
Κι εγώ, αερικό, που έτυχε να με φέρει ο άνεμος κοντά σου. Ατλαντίδα που ανέβηκε στην επιφάνεια της θάλασσας μόνο για να χαθεί πάλι. Ξανά και ξανά και ξανά. Για εκείνες τις ώρες. Τις στιγμές, που όσο πλησιάζουν, απομακρύνονται.

Μην πας μαζί τους. Δεν αναπνέουν αύριο.


ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ
“Επειδή μαζί”



Fedra V.