Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

αιώνες τώρα...





Αιώνες τώρα ζητάω του Θεού να μου δώσει δικαίωμα φωτός, να μπορώ δηλαδή άφοβα να πηγαινοέρχομαι στις ηλικίες των ανθέων. 
Έχει λόγους να με κρατάει σε αβεβαιότητα, λέει. Και επιμένει ότι χρειάζομαι ακόμη να λογαριάζω τις ομορφιές με ενοχές, για να ελευθερωθώ κάποτε από την ιδέα της αθανασίας και να πιστέψω στη δύναμη της προσωρινότητάς μου.

Γυρίζω λοιπόν τον κόσμο κι όπου βρω δάκρυ, εκεί ραγίζω για να περάσει μέσα μου η ευωδία του πάθους. 
Έχω ήδη πειστεί για την αξία του ελάχιστου.
Άλλωστε, το ελάχιστο - σπόρος, σπέρμα, σταγόνα, λέξη - παράγει το μέγιστο, ζωή και θάνατο.




ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ






Fedra V.




Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

άσμα...




Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή τού έρωτα που κρατιέται 
άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα τής αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ‘ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα τού φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα 
και τα ονόματά τους και τη φθορά τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις τού ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκκίδα είναι αητού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή τού έρωτα που κρατιέται 
άλλοτε ψηλά και άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα τής καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα



ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ

από τη συλλογή Κρυφοχώρι



Fedra V.




Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

η Μάτση των Ονείρων...




"Θεωρώ τη Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου) τη μεγαλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια. Τα ποιήματά της μπορούν να θεωρηθούν μια κορύφωση της γυναικείας ευαισθησίας, η οποία εκφράζεται με τρόπο εντελώς προσωπικό, απολύτως πρωτότυπο και παράφορο."
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ



ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ ( 1914 - 16 Ιουνίου 1987 )

Γεννηµένη στη Θεσσαλονίκη και προερχόµενη από µια οικογένεια µε δυνατές ρίζες στο εµπόριο, τις τραπεζικές δραστηριότητες και τη διπλωµατία, η Μάτση (ένα παιχνίδι που έκανε η ίδια µε τα βαφτιστικά της ονόµατα Μαρία και Λουκία) είχε θυελλώδη προσωπική ζωή. 
Παντρεύτηκε με το βαυαρικής καταγωγής Καρλ Σούρμαν, το γεωπόνο κήπων Σπύρο Τσαούση και με τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο. Συνδέθηκε ερωτικά με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, το ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό, ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο, και το φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη. 
Την ίδια στιγμή, το καλό της μυαλό και η ποιητική της ευφυΐα την καθιστούσαν ισότιμη συνομιλήτρια με τους Γιουρσενάρ, Πικάσο, Ελύτη, Αξελό, Παπατσώνη, Κρανάκη. 






Το φωτογραφικό βιογραφικό λεύκωμα-βιβλίο του Χρήστου Δανιήλ που παρουσίαζει τη συναρπαστική ζωή της Μάτσης Χατζηλαζάρου, παραθέτοντας και αρκετά αποσπάσματα από το ποιητικό της έργο.


"Αναμφίβολα, η Μάτση Χατζηλαζάρου υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα ποιήτρια που συνέθεσε ποιήματα ακολουθώντας το νεωτερικό ποιητικό κλίμα που εισήγαγε στη χώρα μας η Γενιά του Τριάντα. Έχοντας μια οικογενειακή ιστορία που εντυπωσιάζει, μια προσωπική ζωή εντονότατη (από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας της), καταφεύγει στην ψυχανάλυση και συναντιέται με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Πρώτη σύζυγος του Εμπειρίκου μαθητεύει στον υπερρεαλισμό και αποτελεί δυναμικό κομμάτι της ομάδας των πρωτοπόρων καλλιτεχνών που συσπειρώθηκαν γύρω από αυτόν την περίοδο της Κατοχής. Κάνοντας πράξη την ελευθερία έκφρασης που ευαγγελίζεται ο υπερρεαλισμός και υιοθετώντας τη συνειρμική γραφή, καταθέτει τον δικό της έντονα προσωπικό, ιδιότυπο ποιητικό λόγο, μεταϋπερρεαλιστικό, όπως η ίδια τον χαρακτηρίζει.

Η πρώτη της ποιητική κατάθεση είναι και η πρώτη ποίηση γραμμένη από γυναίκα στη νεοελληνική γλώσσα που με τόση ελευθερία, αμεσότητα και βιωματικότητα συζητά τα του έρωτα και της ζωής, χωρίς ενοχές, χωρίς αναστολές, χωρίς περιστροφές αλλά και χωρίς εκχυδαϊσμούς και περιττές προκλήσεις.

Μια λυρική, εν τέλει, ποίηση που, απευθυνόμενη με τρόπο ολοκληρωτικό και απόλυτο σε δεύτερο πρόσωπο, σ’ αυτό με το οποίο πραγματώνεται ο έρωτας, απευθύνεται με τρόπο καθολικό στον καθένα μας. Μια ποίηση καθολική των αισθήσεων που απαιτεί την ενεργή συμμετοχή των αναγνωστών της, κινητοποιεί και τις δικές τους αισθήσεις και ανακαλεί ανάλογες μνήμες". 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ



Ο ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ την τοποθετεί στα "περιθώρια του υπερρεαλισμού αλλά και του ανανεωτικού λυρισμού της περιόδου 1944-1985 όπως εμφανίζεται στο συνολικό της έργο".



Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ είναι σαφής: "πατρίδα της Μάτσης Χατζηλαζάρου είναι η ποίηση. Εκεί κτίζει το σπίτι της, εκεί το κατοικεί [...]. Εκεί αποκτούν το ωράισμα και το αγλάισμα που αν ίσως η ζωή το στερεί, η αληθινή ποίηση το δίνει, αλλά πάντα υπό όρους και πάντα με ακριβό τίμημα".



Ξ. Βιλατό, Προσωπογραφία της Μάτσης Χατζηλαζάρου. 1951.  Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης



"το παν είναι ομιλία ως το αίμα"

Στο αρχείο της που φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη, υπάρχουν δυο μικροί φάκελοι με μικρά χαρτάκια όπου είναι γραμμένη μια λέξη σε κάθε ένα από αυτά. Το κολλάζ λέξεων καθώς και οι αναγραμματισμοί λέξεων είναι το εύρημα – το παιχνίδι για να ξεκλειδώνει η Μάτση τον ελεύθερο συνειρμό και να ρέει η ίδια πάνω στις άγραφες σελίδες:

"… σε ατελεύτητη ροή του ανθρώπου μες στις λέξεις 
όπως ρέουν και οι λέξεις μες στον άνθρωπο"

"εγώ καταγωγή μου τα λόγια και σε κάθε μια απ’ τις πτυχές των σωθικών μου και ως τις πιο ελάχιστες ρυτίδες μου και μες σε καθένα μου μάτι και μες στα μαλλιά και στις χειρονομίες μου ακόμα ή στα έπιπλα μου και στα τοπία μου θα μάθω ένα φθόγγο που θε να το ζήσει το βίωμα μου."

Κίνητρο της γραφής της η επιθυμία για ζωή έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τον έρωτα:

"Σε αγαπώ σε σκέπτομαι σε γράφω… σε κοιτάω πάντα έρωτα."

"Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ’τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα –εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν
το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία –τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράγματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να στα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να στην κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ’χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
-μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ’ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι – ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός – και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει.
Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα."


Η  ερωτική προσμονή δηλώνεται με εργαλείο τον υπερρεαλισμό. Στόχος το άπιαστο:

"Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής τού καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό τού αλόγου."



Η ταυτότητα της, έτσι όπως η ίδια συστήνεται:

"Δεν θέλω να με φωνάζουν Μάτση, να με φωνάζουν ΜΑΓΑΠΑΣ."





"Μπορείς να σκηνοθετήσεις το όνειρο; Εάν ο υπερρεαλισμός υπηρετεί πρωτίστως το υποσυνείδητο, τότε η ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου είναι η ακραιφνέστερη ερωτική εκδοχή του υποσυνειδήτου, η αναπαραγωγή του ονείρου, η εν εγρηγόρσει σκηνοθεσία του η Μάτση υφαίνει τo όνειρο ή τον εφιάλτη συνειδητά κι εκτελεί το κοντσέρτο του ως άνθρωπος μόνος."

ΕΙΡΗΝΗ ΡΗΝΙΩΤΗ




"Η Μάτση Χατζηλαζάρου, κυοφορεί μέσα στην ίδια την κοιλιά της το έμβρυο ποίημα και δεν αποκόπτεται ποτέ από αυτό. Όλη της τη ζωή γράφει αυτό το ίδιο ποίημα, τη ζωή της. Ποίηση και ζωή απόλυτα ταυτισμένες, κάθε της λέξη, κάθε γράμμα, είναι ένα χρώμα, ένα άγγιγμα, ένας έρωτας. Χωρίς χρόνο, χωρίς τόπο, γεμάτη από μυρωδιές από φρούτα από λουλούδια από Αυτό, που δεν έχει λόγια που δεν προσδιορίζεται, που δεν μπορείς να το καταγράψεις ή να το μεταφέρεις αλλά το βιώνεις με όλη τη θέρμη και τη μεγαλοπρέπεια του αληθινά σημαντικού. Τολμάει ανάμεσα στους άντρες, ορθώνει το ανάστημά της, πάλλεται, φλέγεται, νιώθει.

Μάτση Χατζηλαζάρου. Ποιήτρια, γυναίκα, σύμβολο. Οδηγός μέσα σε ένα κορμί. Γυναικείο. "

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ




"Η Μάτση Χατζηλαζάρου υπήρξε ένα άτομο παθιασμένο. Για ζωή, για έρωτα, για ταξίδια. Και αυτό το πάθος μετουσίωσε σε ποίηση όντας πλάσμα ταλαντούχο. Η ώσμωση με σπουδαίους συντρόφους ωφέλησε τη γραφή της, όμως υπήρξε κι εκείνη σπουδαία, αυτόφωτη, υπερβαίνοντας πουριτανισμούς και στερεότυπα της εποχής της, κατάφερε να εκφράσει τον πόθο, την ελευθερία και την απελπισία που κουβαλά η άνευ όρων παράδοση στον άλλο. 


Τα ποίηματά της διατρέχονται από ασίγαστη φλόγα, που υποδαυλίζεται διαρκώς από μία μεταξένια τρυφερότητα. Βαθιά ερωτική, ελεύθερη, μιλά χωρίς περιστροφές, μεταχειρίζεται τις λέξεις τολμηρά, πρωτάκουστα για μία γυναίκα της εποχής της, προσέρχεται στην ποίηση με την αλήθεια και το θάρρος του ανθρώπου που βυθίζεται στο πάθος για να αναδυθεί καινούργιος. 

Τα ποιήματά της είναι σώματα με όλες τις αισθήσεις παρούσες, αγγίζουν, μιλούν, κοιτάζουν, γεύονται, αφουγκράζονται. Επιθυμούν. Σώμα παρόν μέσα στο λόγο. Και αντίστροφα. Η ίδια, μέσα σε λίγους μόνο στίχους, υπογραμμίζει με τον καλύτερο τρόπο την αμφίδρομη σχέση μεταξύ βιώματος και ποιήματος:


Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία - τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράγματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να στα δώσω.
αφήνοντας παρακαταθήκη ποιήματα που μας προκαλούν να ενδυθούμε το σώμα τους."

ΑΝΝΑ ΝΙΑΡΑΚΗ




"Διαβάζω Μάτση σημαίνει ζητώ απεγνωσμένα κάποιον να με τραυματίσει. Διαβάζω Μάτση σημαίνει λατρεύω τις απογνώσεις και τα πάθη μου, σημαίνει ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΗ! 
Η ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου είναι ο πιο προσφιλής υπαρξιακός μου τόπος. Είναι ο τόπος όπου μπορώ ακόμα να αναπνέω ελεύθερα. Και σωστά υποστηρίζουν κάποιοι ότι είναι άδικο η ποιήτρια να εντάσσεται σε κινήματα και σχολές,ακόμα και σε αυτό το κίνημα του υπερρεαλισμού που τη στιγμάτισε και συνετέλεσε ώστε να γεννηθεί ως ποιητικό υποκείμενο. 
Κάνει το "σε" επίγειο θεό, στήνει ιδιότυπα ερωτικά σκηνικά για το "σε" και το "εσύ", χωρίς να πέσει επ' ουδενί στην παγίδα της ανούσιας αισθηματολογίας που καταρρακώνει κάθε αληθινή τέχνη. 
Η Μάτση διαχειρίζεται συναισθήματα και εκφραστικά μέτρα με μαεστρία και είναι σαν να καταφέρνει αριστοτεχνικά να περπατά αγέρωχη πάνω στη θάλασσα, ακριβώς στο σημείο που ενώνεται με τον ουρανό. 
Η δική μου Μάτση καταστρατηγεί το συντακτικό και τους κανόνες, διαλύει τη γλώσσα,την αναποδογυρίζει,την αποδομεί. Eρχεται σε ρήξη με τις δομές και την ομαλότητα. Γκρεμίζει και ξαναρχίζει από την αρχή: 

"εσένα σ' έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς 
εσένα σ' έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ' ωρίμασε η θάλασσα 
σ' ερωτεύω 
σε ζηλεύω 
σε γιασεμί 
σε καλπασμό αλόγουμες στο δάσος το φθινόπωρο 
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσυ [...]".

Η Μάτση μού βάζει στίχους στο στόμα, ξεχειλίζω από στίχους, γίνομαι στίχος, για λίγο, αφιερωμένος σε κείνην: "To ποίημα θέλω να 'ναι γκρέμισμα πρωτίστως / και μετά χτίσιμο φωτός" (Το ποίημα που σιωπά).

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ







Η Μάτση με τη γάτα της Γριγρία. Ξυλογραφία του Βιλατό.




Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση για την "Μάτση των ονείρων", όπως την αποκαλούσε :

"Τα αληθινά κορίτσια δεν χάνονται ποτέ. Δεν τ' αρπάζει ο καιρός. Ξανάρχονται με τη μορφή βιβλίων, προσευχών και τραγουδιών"...   
  
Ο ίδιος περιγράφει τη στιγμή που έλαβε από την ίδια ένα βιβλίο της, ως εξής: "Χίλια τριαντάφυλλα σκορπίστηκαν στο πάτωμα, το’ θελα τόσο πολύ."





Μάτση Χατζηλαζάρου, καλλιτεχνικό πορτρέτο στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννη, από την έκθεση της ζωγράφου Άννας Φιλίνη. 









Fedra V.





Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Σκιές...





Κάποτε πριν πολλά χρόνια ζούσε ένα αγόρι τόσο ευαίσθητο και καλόκαρδο που μια μάγισσα θύμωσε τόσο μαζί του που αποφάσισε να του στείλει τη νεράιδα του Σκότους για να το πάρει με το μέρος της.
Μια νύχτα που το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, πήγε η Μαύρη νεράιδα στο σπίτι του νέου. Σύρθηκε κρυφά μες τους ίσκιους και τρύπωσε στο δωμάτιό του. Το παλικάρι κοιμόταν ήσυχα και γαλήνια. Έβλεπε ένα όμορφο όνειρο και χαμογελούσε.
Η νεράιδα πλησίασε αθόρυβα, κοίταξε το γαλήνιο βλέμμα του και ζήλεψε που ένας θνητός μπορούσε να νοιώθει τόση ηρεμία την ώρα που κοιμόταν. Έβγαλε το μαύρο πουγκί που είχε πάντοτε κάτω από τον μεταξωτό της μανδύα, και του έριξε στο στόμα λίγες σταγόνες. Λίγες σταγόνες από το φίλτρο της Λησμονιάς. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της και έφυγε γελώντας.

Όταν ξύπνησε ο νέος το πρωί, δεν θυμόταν ποιος ήταν. Δεν θυμόταν τι ήταν. Βγήκε στο δρόμο, περιπλανιόταν σαν χαμένος, κοίταζε γύρω του σαν να έβλεπε τα πάντα για πρώτη φορά. Τότε πετάχτηκε μπροστά του η νεράιδα με τα μαύρα, του χαμογέλασε, και το χλωμό της πρόσωπο έλαμψε.
Πόσο όμορφη του φάνηκε! Ψιλόλιγνη και λυγερή με τα μεγάλα της μάτια να κοιτούν κατευθείαν στην ψυχή του. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό και το χαμόγελό της θλιμμένο, μα γι αυτόν είχε την λάμψη του Ήλιου.Ήταν το πιο όμορφο βλέμμα που είχε δει ποτέ! Σαν υπνωτισμένος την ακολούθησε. 
Ο κόσμος έβλεπε τον νέο να ακολουθεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα χωρίς να κοιτάει τίποτα άλλο, χωρίς να ρίχνει ένα βλέμμα πουθενά αλλού, παρά μόνο στη μορφή που προχωρούσε εμπρός του κι απορούσε:

"Μα καλά, δεν βλέπει που πηγαίνει; Δεν καταλαβαίνει ότι ακολουθεί τη Μαύρη νεράιδα; Θα τον οδηγήσει στο χαμό του!"

Κανείς όμως δεν του έλεγε τίποτα. Κανείς δεν τον έπιασε από τους ώμους να τον συνεφέρει. Όλοι κοιτούσαν και λυπόνταν. 
Η ζωή συνεχίζεται, τι κι αν ένας ακόμα νέος έπεφτε στα αδηφάγα χέρια μιας Μαύρης νεράιδας.... Καλό θέμα συζήτησης, μα μέχρι εκεί. Ό,τι δεν μας αγγίζει, δεν μας αφορά. Μέχρι να μας αγγίξει...
Μόνο τότε ασχολούμαστε, μόνο τότε φωνάζουμε και διαμαρτυρόμαστε γιατί κανείς δεν είπε κάτι, γιατί κανείς δεν μας ξύπνησε από το λήθαργο... 
Ο νέος την ακολουθούσε ολόκληρη τη Μέρα. Ο Ήλιος άρχιζε την κάθοδό του κουρασμένος πια, όταν εκείνοι, έφτασαν σε μια λίμνη.
Ήταν μια όμορφη λίμνη γεμάτη με νούφαρα που επέπλεαν επάνω στα πράσινα νερά της. Καλαμιές σκέπαζαν τη μία της πλευρά, και θάμνοι θεόρατοι, την άλλη. Τα δένδρα ήταν ψηλά και έκρυβαν το φως του Ήλιου. Η υγρασία δημιουργούσε καπνό που αναδυόταν αργά προς τον ουρανό. Φωνές πουλιών και πετάγματα εντόμων δεν ακούγονταν πουθενά. Μια απίστευτη ησυχία πλανίοταν γύρω.
Εκεί σταμάτησε η νεράιδα. Γύρισε τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και του έγνεψε να πλησιάσει. Σαν να ξύπνησε από το λήθαργο ο νέος, κοίταξε τρομαγμένος γύρω του.

"Που είμαι;" ψέλλισε.
"Εδώ, μαζί μου..." του είπε η νεράιδα. "Εδώ είναι το σπίτι σου, μαζί μου."

Πέταξε το μανδύα και του έπιασε το χέρι.

"Έλα, έλα να βουτήξουμε στο νερό. Είναι δροσερά και όμορφα."

Θαμπώθηκε από την ομορφιά του κορμιού της. Ήταν σφιχτό και γεμάτο καμπύλες. Την ακολούθησε υπνωτισμένος. Βούτηξαν στα νερά κι άρχισαν να παίζουν. Έρχονταν όλο και πιο κοντά, οι ανάσες μπερδεύονταν, λαχάνιαζαν. Τα χάδια τους έγιναν πιο τρυφερά.
Η καρδιά του νέου άρχισε να χτυπά δυνατά.

"Πόσο τυχερός είμαι...." σκέφτηκε. Αλήθεια, πόσο μεγάλη τύχη ήταν να γνωρίσω ξαφνικά μια τόσο όμορφη γυναίκα....!"

Οι μέρες κυλούσαν με χάδια και φιλιά. Ο νέος ένοιωθε ευτυχισμένος εκεί. Μέσα στο συνεχές μισοσκόταδο ανακάλυπτε πράγματα που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ο καιρός όμως περνούσε, και η νεράιδα άρχισε να δυσανασχετεί. Δεν τον άφηνε πλέον να την αγγίζει όπως πριν. Δεν τον άγγιζε ποτέ. Δεν τον φώναζε κοντά της. Καθόταν μόνη σε ένα βραχάκι, και χανόταν μέσα στις σκέψεις της.
Τότε εμφανίστηκε η μάγισσα. Ήρθε ξαφνικά μέσα σε ένα μαύρο σύννεφο. Κάτι είπε στη νεράιδα και αυτή τον κοίταξε με βλέμμα λυπημένο. Ανέβηκε στο σύννεφο και πέταξε μακριά μαζί της.
Ο νέος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έφυγε. Τι είχε κάνει;

"Δεν μπορεί, θα ξαναγυρίσει... Δεν μπορεί να φύγει έτσι ξαφνικά, χωρίς ένα αντίο, χωρίς μια λέξη..." 

Περίμενε εκεί....
Περνούσαν οι εβδομάδες και ο νέος έστεκε πάντα δίπλα στη λίμνη. Οι μέρες έσερναν τις ώρες τους αργά, βασανιστικά. Κοιτούσε πάντοτε ψηλά, στον ουρανό. Κάθε φορά που έβλεπε ένα μαύρο σύννεφο να πλησιάζει σπρωγμένο από τον άνεμο, αναθαρρούσε.
Η καρδιά του πετάριζε. Περίμενε το σύννεφο να φέρει τη νεράιδά του πίσω. Εκείνο έφερνε όμως μόνο βροχή. Η νεράιδα δεν ξαναγύρισε ποτέ. 
Καθόταν στην άκρη της λίμνης και αναρωτιόταν...

"Γιατί;"

Καμία απάντηση από πουθενά... 
Η μάγισσα μόνο πέρναγε καβάλα στο σύννεφό της και γέλαγε χαιρέκακα.

"Τώρα να σε δω θνητέ, πού πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου.... Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου;  Έτσι είναι πάντα... Έτσι θα γίνεται πάντα... Όλοι σας χρειάζεστε μια πλάνη, μία σκιά να βαραίνει τα μάτια για να καταλάβετε, να σταματήσετε να είστε ευτυχισμένοι".

Μήνες ολόκληρους τον κοίταζε και γελούσε. Τον έβλεπε να μαραζώνει και η καρδιά της ευφραινόταν. Μέχρι που κάποια στιγμή πέρασε πάνω από τη λίμνη η μάγισσα με το λευκό σύννεφο. Είδε ο νέος το σύννεφο που κατέβαινε και άρχισε να τρέχει προς τα εκεί.
Ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά και το πρόσωπό του έλαμψε. Όμως στο σύννεφο ήταν μόνο μια μάγισσα που το κοίταζε με λύπη.

"Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου; Ποιος είσαι;"
"Εγώ περιμένω την αγαπημένη μου να έρθει πάλι στη λίμνη μας. Την ξέρεις; Φοράει ένα μαύρο μανδύα και είναι πολύ όμορφη. Έχει ένα θλιμμένο χαμόγελο... Έφυγε μια μέρα με ένα μαύρο σύννεφο και δεν ξαναγύρισε."

Η μάγισσα κατάλαβε..

"Έλα" του είπε... "Έλα να σου πω...."
"Τι μπορείς να μου πεις εσύ μάγισσα; Πού είναι η αγαπημένη μου;"
"Έλα να σου δείξω."

Ανέβηκε ο νέος στο σύννεφο και πέταξε μαζί με τη μάγισσα πάνω από βουνά και πεδιάδες. Έφτασαν σε ένα δάσος σκοτεινό όσο και η λίμνη του. Εκεί υπήρχαν δύο σκιές που πήδαγαν από βράχο σε βράχο. Γέλια αντηχούσαν και κραυγές. Αναγνώρισε τη φωνή της... Μα που ήταν; Τι έκανε εκεί;

"Γιατί;;;" ρώτησε τη μάγισσα.
"Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι ο κόσμος. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει για πάντα. Δεν χωράει καλοσύνη και γαλήνη μέσα του. Πρέπει να υπάρχουν σκιές παντού."
"Γιατί όμως; Ποιον πειράζει αν όλα είναι φωτεινά; Αν υπάρχει παντού χαρά και αγάπη;"

Η μάγισσα δεν του απάντησε. Τον κοίταξε μόνο και κούνησε το κεφάλι της.

"Δεν κατάλαβες ακόμα; Ακόμα δεν μπορείς να καταλάβεις ότι τα ωραία πράγματα πρέπει να κρατούν για λίγο; Τι θα ήταν η ζωή σας αν παντού βασίλευε η ευτυχία; Ποιος θα μπορούσε να αντέξει αν όλα ήταν γύρω του όμορφα και εύκολα; Πως θα μπορούσες να κοιμηθείς, να ονειρευτείς εάν όλα είναι λουσμένα στο φως; Πως θα μπορούσες να νοιώσεις την χαρά της ηρεμίας αν ήσουν πάντα ήρεμος";
"Βλέπεις παλικάρι μου, ακόμα κι ο Ήλιος, δύει τη μισή μέρα. Παραχωρεί το θρόνο του στο βασίλειο των Σκιών. Μέσα εκεί ζει ο Έρωτας. Το υπέρτατο συναίσθημα ανήκει στη Νύχτα. Ανήκει στις Σκιές."

Ο νέος κατάλαβε.

"Όλα είναι μία αντίφαση. Η ευτυχία είναι ένα Όνειρο που κρατάει για λίγο. Είναι μια Στιγμή που τη ζούμε για να μας λείψει. Τότε καταλαβαίνουμε την αξία της. Τότε νοιώθουμε."
"Έλα πάμε πάλι πίσω. Εκεί στην πόλη από όπου ξεκίνησες. Τώρα ξέρεις. Τώρα μπορείς να ζήσεις κι εσύ σαν Άνθρωπος.
"Ναι, τώρα πόνεσα. Έμαθα. "
"Όχι ακόμα. Αλλά τώρα, μπορεί να μάθεις κάποτε." ... είπε η μάγισσα και γύρισε το σύννεφο πάλι στον ουρανό.

Η μέρα χάραζε και ο ορίζοντας ρόδιζε στο βάθος. Ένα ουράνιο τόξο σημάδευε το τέλος της μπόρας κάπου μακριά. Ο Ήλιος κόκκινος, σκορπούσε το φως του παντού. Μια ακτίνα ζέστανε το πρόσωπο του νέου. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε τη νεράιδά του.
Τι κι αν ήταν Μαύρη; Ήταν δικιά του, έστω και για μία στιγμή...

"Σε ευχαριστώ Μαύρη νεράιδα" φώναξε. "Σε ευχαριστώ που με έμαθες να νοιώθω. Με έμαθες ότι όλα είναι περαστικά."
"Πάμε... Ο κόσμος είναι γεμάτος νεράιδες. Ήρθε η ώρα να ψάξεις τη Λευκή νεράιδα. Είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει" ....





(αναδημοσίευση)


Fedra V.







Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

η λίστα της εβδομάδας





1) αγορά μυθιστορήματος

2) πλύσιμο σκέψης και σιδέρωμα νεύρων

3) συμμάζεμα προσώπου

4) σύσκεψη σώματος

5) αγόρευση σιωπής

6) εξαγνισμός

7) εξαγνισμός

8) εξαγνισμός


ΝΙΚΟΣ ΡΑΠΤΗΣ





Fedra V.