Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

διψάμε...







Η δίψα του απόλυτου είναι ένα δεύτερο πάθος. 

“Βλέπεις, θέλω πολλά, ίσως τα θέλω όλα”, έγραφε ο ποιητής. 

Μα όχι “ίσως”. Εμείς τα θέλουμε όλα. 

Η ζωή είναι λίγη, όχι χρονικά λίγη, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθιά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. 

Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: 

Διψάμε. 

Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε. Κι η δίψα αυτή είναι η πιο βασανιστική, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας… πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

Τι διψάμε; 

Διψάμε ένταση, διάρκεια, ποικιλία. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων. Μέσα μας υπάρχει ένας χώρος χωρίς έκταση, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση.

Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή.



Χρήστος Γιανναράς, "Πείνα και Δίψα" 



Fedra V.



Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

ζωή και θάνατος







Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.  Τουλάχιστον μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.

Και μείς τι την κάνουμε, ρε αντί να την ζήσουμε;

Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την…

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα…

Έτσι, μ’αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες", σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κανουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα 'ρθει ποτέ…

Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί;

Γιατι η μέρα μας είναι φορτωμένη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.



ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ, "Χαμογέλα ρε…τι σου ζητάνε;"




Fedra V.




Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

παράδεισος








Και τι είναι ο Παράδεισος; - σκέφτηκα...

Ένας μεγάλος κήπος που παίξαμε και χάσαμε νωρίς νωρίς οπότε γιατί τόση αγωνία για την Αγάπη;
Τα εξαίσια σώματα με τα φτερά στην πλάτη οι αμαρτωλές σκέψεις και οι επιθυμίες μας είναι που καταδικάστηκαν να ποδηλατούν αιώνια στον ουρανό ποτέ να μην πατήσουν χώμα ποτέ να μην αγγίξουν να μην αγγιχτούν και χάσει ο Φόβος το πλεονέκτημα στις καρδιές των ανθρώπων.

Νεότερη άναβα κεριά στα μανουάλια με την άμμο - ποτέ στα άλλα - κι αισθανόμουν ότι φύτευα ένα νεκρό μου μέλος στο σώμα του χρόνου.
Σήμερα κοιτάζω βλοσυρή τα πρόσωπα των αγίων και προσπαθώ να καταλάβω ποια θυσία δεν έκανα ώστε να με αποτυπώσει και μένα κάποιος στην καρδιά του με τον ίδιο σεβασμό που επέδειξα όλη μου την ζωή απέναντι στο ανέφικτο.

Όταν άρχισα ν’ αθροίζω νεκρούς κατάλαβα ότι έπαιρνα σειρά κι αντιδρούσα. 
Σταμάτησα να κοιμάμαι, να μιλάω καμιά φορά και ν’ ανασαίνω. 

Τίποτα. 

Δρόμος γραμμένος για όλους ο Θάνατος στη στιγμή έχουμε αμφιβολία γι αυτό φοράω ακόμα τα παιδικά μου ρούχα  - κόκκινο βελούδινο φουστανάκι, καπέλο και άσπρα παπούτσια - για να μη με καταλάβει κανείς και να διαρρεύσω στο μέλλον σαν πληροφορία άχρηστη αν και στον καιρό της τραγική.

Τις λέξεις μου τις έχω πληρώσει πανάκριβα: χρόνια πορφυρά από το αίμα και συναντήσεις λευκές από τον απέραντο φόβο μιας βαθύτερης γνωριμίας. 

Μου πρότειναν δουλειά: σ’ ένα ακίνητο ποτάμι, να μετρώ τα πρόσωπα που καθρεφτίζονται ολημερίς σαν σε φιλμ το οποίο δεν θα εμφανιστεί ποτέ.
Αρνήθηκα.
Έχω δουλειά – είπα.

Eκτίθεμαι.




ΣΤΕΛΛΑ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, “Με λένε Θάνατο”




fedra V.