Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015
"Tristessa"
Μακάρι να μπορούσα να επικοινωνήσω με όλα αυτά τα πλάσματα και τους ανθρώπους, μέσα στον χείμαρρο του φεγγαρόφωτου της ωραίας μου διάθεσης, το νεφελώδες μυστήριο του μαγικού γάλακτος να διακρίνεται στην Βαθιά Φαντασία του Νου, όπου μαθαίνουμε πως τα πάντα είναι ένα τίποτα...
JACK KEROUAC, "Tristessa"
Fedra V.
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015
η ζαχαριέρα
Ένα αγοράκι είναι εννιά χρονών κι ακόμα δεν μιλάει. Είναι μουγκό. Άλαλο, δίχως όμως καμία οργανική βλάβη. Οι γονείς, απελπισμένοι, συμβουλεύονται ειδικούς, ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο αναζητώντας μια λύση. Τίποτα.
Κάποια μέρα κάθονται στο τραπέζι τη συνηθισμένη ώρα για να φάνε. Είναι μια πολύ ευκατάστατη και τυπική οικογένεια που ακολουθεί ρυθμούς, κανόνες, ωράρια. Το αγοράκι πάντα αμίλητο. Ώσπου αιφνίδια ανοίγει το στόμα του και ξεστομίζει τα πρώτα λόγια της ζωής του:
"Θέλω τη ζάχαρη".
Ήταν η μόνη φορά που κάτι έλειπε απ’ το τραπέζι. Η ζαχαριέρα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος μέχρι τότε να μιλήσει το αγοράκι. Ήταν όλα εκεί.
Εκείνο που λείπει είναι αυτό που μας κάνει και να ζούμε και να γράφουμε, αλλά και να μιλάμε, Μαργαρίτα.
Μ. Καραπάνου – Φ. Τσαλίκογλου, "Μήπως;" (απόσπασμα)
Fedra V.
Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015
Μάρκχαϊμ
[..........]
"Καθρέφτη;" είπε
βραχνά, μετά σώπασε κι ύστερα το
επανέλαβε πιο καθαρά: "Καθρέφτη για χριστουγεννιάτικο δώρο; Σε
καμιά περίπτωση!"
"Και γιατί
όχι;" φώναξε ο παλαιοπώλης. "Γιατί όχι καθρέφτη, δηλαδή;"
Ο Μάρκχαϊμ
τον κοιτούσε με μια αξεδιάλυτη έκφραση στο πρόσωπό του.
"Μα με ρωτάτε γιατί όχι;" είπε. "Κοιτάξτε
μια στιγμή – ορίστε, κοιτάξτε, κοιτάξτε τον εαυτό σας! Σας αρέσει αυτό που
βλέπετε; Όχι βέβαια! Ούτε και σ’ εμένα αρέσει ούτε και σε κανέναν άλλο".
Ο
μικρόσωμος άντρας είχε αναπηδήσει από έκπληξη όταν ο Μάρκχαϊμ τον στρίμωξε τόσο
ξαφνικά με τον καθρέφτη. Τώρα όμως, βλέποντας ότι δεν είχε τίποτε χειρότερο να
φοβηθεί, γέλασε προσποιητά.
"Η μέλλουσα σύζυγός σας έχει, προφανώς,
πολύ δύσκολα γούστα", είπε.
"Σας ζητάω ένα χριστουγεννιάτικο δώρο" είπε ο
Μάρκχαϊμ "κι εσείς μού προτείνετε αυτό εδώ – αυτό
το καταραμένο αντικείμενο που σου θυμίζει τα χρόνια σου, τις αμαρτίες σου, τις
ανοησίες σου, αυτό το εγχειρίδιο της συνείδησης. Επίτηδες το κάνετε; Το σκεφθήκατε καθόλου; Πείτε μου. Θα είναι
καλύτερα για σας αν μου πείτε. Εμπρός, μιλήστε μου για σας. Να υποθέσω ότι κατά
βάθος είστε ένας πονόψυχος άνθρωπος, ή μήπως θα πέσω πολύ έξω;"
Ο
παλαιοπώλης κοίταξε καλά καλά τον πελάτη του. Ήταν παράξενο, ο Μάρκχαϊμ δε
γελούσε καθόλου. Στο πρόσωπό του διακρινόταν κάτι σαν μια σπίθα ελπίδας, αλλά
ούτε το παραμικρό ίχνος ευθυμίας.
"Πού το πάτε;" ρώτησε ο παλαιοπώλης.
"Ώστε δεν είστε πονόψυχος;" αποκρίθηκε ο άλλος μελαγχολικά. "Πονόψυχος λοιπόν δεν είστε. Ούτε ευσεβής ούτε ηθικός, ούτε δίνετε
αγάπη ούτε και παίρνετε. Κερδίζετε λεφτά, τα χώνετε στο χρηματοκιβώτιο. Αυτό
είναι όλο; Για το Θεό, άνθρωπέ μου, αυτό είναι όλο;"
"Να σας πω
εγώ τι είναι" ξεκίνησε απότομα ο παλαιοπώλης, αλλά δεν
κρατήθηκε να μη γελάσει πάλι. "Απ’ ό,τι βλέπω όμως, εσείς μάλλον από έρωτα
πάτε να παντρευτείτε, και προφανώς τα πίνατε στην υγεία της κυρίας σας!"
"Α!" αναφώνησε ο Μάρκχαϊμ με περιέργεια. "Α! Πείτε
μου, έχετε ερωτευτεί ποτέ;"
"Εγώ;" φώναξε ο παλαιοπώλης. "Εγώ να έχω ερωτευτεί; Ποτέ δεν είχα χρόνο
για τέτοιες ανοησίες, και ούτε και τώρα έχω. Τον καθρέφτη θα τον πάρετε;"
"Μα γιατί
βιάζεστε;" αποκρίθηκε ο Μάρκχαϊμ. "Είναι τόσο όμορφα που καθόμαστε εδώ και τα λέμε. Και η ζωή είναι τόσο
σύντομη και τόσο επισφαλής, που εγώ προσωπικά δε θα βιαζόμουν καθόλου να
διακόψω κάτι που απολαμβάνω, έστω και κάτι απλό σαν κι αυτό. Το καλύτερο που
μπορούμε να κάνουμε είναι να κρατιόμαστε γερά, από τις χαρές που έχουμε, σαν να
στεκόμασταν στο χείλος του γκρεμού. Κάθε δευτερόλεπτο είναι κι ένα βάραθρο, αν
το καλοσκεφτείς – ένα βάραθρο αβυσσαλέο – τόσο τεράστιο, που αν πέσουμε, θα
συντριβεί κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό που διαθέτουμε. Οπότε είναι καλύτερα να
μιλάμε εγκάρδια. Ας μιλήσουμε για μας· γιατί να φοράμε αυτή τη μάσκα; Μπορούμε
να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλο. Ποιος ξέρει; - ίσως να γίνουμε και φίλοι".
"Εγώ ένα
πράγμα έχω να σας πω" είπε ο παλαιοπώλης. "Ή αγοράζετε κάτι ή δρόμο από το μαγαζί μου."
"Όντως,
όντως" είπε ο Μάρκχαϊμ. "Αρκετά χασομερήσαμε. Στη δουλειά μας
λοιπόν. Δείξτε μου κάτι άλλο".
[...........]
Ο χρόνος είχε τη δική του χορωδία από φωνές στο μαγαζί, άλλες
επιβλητικές κι αργόσυρτες, καθώς ταίριαζε στη μεγάλη τους ηλικία, κι άλλες
φλύαρες και βιαστικές. Όλες τους τραγουδούσαν τα δευτερόλεπτα, μια περίπλοκη
πολυφωνία από τικ τακ. Το τραγούδι αυτό διαταράχθηκε από τα βαριά βήματα ενός
νεαρού στο πεζοδρόμιο, και ο Μάρκχαϊμ ξαναβρήκε απότομα την επαφή του με την
πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω του με δέος.
Το κερί βρισκόταν πάνω στον πάγκο, η
φλόγα του τρεμόπαιζε στο ρεύμα· κι απ’ αυτό το μηδαμινό λίκνισμα το δωμάτιο
γέμιζε με μιαν αθόρυβη κίνηση και τρικύμιζε σαν τη θάλασσα: οι μακριές σκιές
έγερναν, οι σκοτεινές κηλίδες συστέλλονταν και διαστέλλονταν λες και ανάπνεαν,
τα πορτρέτα και οι πορσελάνινοι θεοί άλλαζαν όψη και μορφή σαν υδάτινες
αντανακλάσεις. Μέσα από τη μισάνοιχτη εσωτερική πόρτα ξεπρόβαλε αδιάκριτα μια
λωρίδα φωτός, σαν δάχτυλο που έδειχνε απειλητικά εκείνο το χορό από ίσκιους…
[........]
(από το "Μικρό
Κλασικό" του Σκωτσέζου μυθιστοριογράφου και ποιητή Robert Louis Stevenson (1850 - 1894) "Ο τυμβωρύχος" στο οποίο
συμπεριλαμβάνεται και το διήγημα "Μάρκχαϊμ")
Fedra V.
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015
Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015
τώρα το ξέρεις...
Τώρα το ξέρεις: τα βουνά
δε μπορούνε
να μας χωρίσουν.
Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι.
Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ'το χώρο μας.
Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον Ήλιο,
ο καθένας μας
έχει τον άλλο στο πλάι του.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Fedra V.
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015
είσαστε νεκροί...
Τι παράξενος τρόπος να είσαστε νεκροί.
Οποιοσδήποτε θα έλεγε πως δεν είσαστε.
Αλλά πράγματι είσαστε νεκροί.
Επιπλέετε μηδενικά πίσω από κείνη τη μεμβράνη που, αιωρούμενη μεταξύ ζενίθ και ναδίρ, πηγαίνει κι έρχεται από λυκόφωτο σε λυκόφωτο, πάλλοντας μπροστά στο ηχηρό κουτί μιας πληγής που δεν σας πονάει.
Σας λέω, λοιπόν, πως η ζωή είναι στον καθρέφτη και πως εσείς είσαστε το πρωτότυπο, ο θάνατος.
Ενώ το κύμα πάει, ενώ το κύμα έρχεται, πόσο ατιμώρητα είναι κανείς νεκρός.
Μόνον όταν τα νερά σπάνε στις άκρες αντιμέτωπα και διπλώνουν και διπλώνουν, τότε μεταμορφώνεστε και πιστεύοντας πως πεθαίνετε, αντιλαμβάνεστε την έκτη χορδή που δεν είναι πια δική σας.
Είσαστε νεκροί, χωρίς να έχετε ζήσει ποτέ πριν.
Οποιοσδήποτε θα έλεγε πως, μη όντας τώρα, υπήρξατε σε άλλον καιρό.
Αλλά στην ουσία, εσείς είσαστε τα πτώματα μιας ζωής που δεν υπήρξε ποτέ.
Θλιβερή μοίρα.
Να μην έχετε υπάρξει παρά μόνο νεκροί.
Να είσαστε ξερό φύλλο που ποτέ του δεν ήταν πράσινο.
Ορφάνια ορφάνιας.
Κι ωστόσο οι νεκροί δεν είναι, δε γίνεται να είναι πτώματα μιας ζωής που ακόμα δεν έζησαν. Αυτοί πέθαναν πάντα από ζωή.
Είσαστε νεκροί.
CESAR ABRAHAM VALLEJO MENDOZA
από τη συλλογή του Τρίλθε (1922), σε μετάφραση Ρήγα Καππάτου
(ph. a city in motion by Mario Bellusi)
Fedra V.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






