Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

συνάντηση...







Α, φίλε μου, η μεγαλύτερη ατέλεια του ανθρώπου είναι το πώς έχει ανάγκη από μάσα. Λες και τούδωκε ο Θεός τούτο το εμπόδιο για νάναι σίγουρος πως θα κρατήσει για πάντα μακριά του τον άνθρωπο. 

Νάσαι βουτηγμένος νύχτα μέρα μέσα σε μιαν ιδέα μεγάλη, νάσαι έτοιμος να τηνε πιάσεις, και την τελευταία στιγμή να σου ξεφεύγει από τα χέρια και να πελαγοδρομεί στα σύννεφα, σαν πουλί που λευτερώνει το κορμί του και πας να το κρατήσεις από την ουρά. Γιατί; Γιατί σε κόβει η λόρδα, γιατί η πείνα σού ζαλίζει το μυαλό. Και κάθε μεσημέρι ζεις την τραγωδία του Τάνταλου.

Αυτή η καθημερινή ανάγκη της τροφής μού είχε γίνει εφιάλτης. Δεν μπορούσα πια να τη βαστάξω. M' από την άλλη μεριά πεισμάτωνα. "Θα τη νικήσω", έλεγα, ίσα-ίσα για να σπάσω το εμπόδιο του Θεού και να φτάσω σιμά του και να του γυρέψω το λόγο και να του πω. "Γιατί τάχαντες φοβάσαι τόσο τον άνθρωπο; και γιατί τόνε βασανίζεις για να φυλαχτείς; Να που και τούτο δε φελά σε τίποτε. Να που μπόρεσα να φτάσω μέχρι κοντά σου. Παραιτήσου λοιπόν και δώσε τη λύτρωση στον άνθρωπο."

Έτσι που λες, έφτασα στην αλητεία. Και τότες άρχισα να γυρνάω στους δρόμους και να ξεκόβω από τους ανθρώπους. Μα όσο ξέκοβα από δαύτους, όσο όλοι τούτοι μού φαινόντουσαν καθεμέρα και πιο αλλιώτικοι και πιο ξένοι και πιο μακρινοί, τόσο άρχισα να γνωρίζουμαι με τα σκυλιά, να μαθαίνω τη ζωή τους, τη γλώσσα τους και τον τρόπο που είχανε να τα φέρνουν βόλτα.

Μια νύχτα σ' ένα σταυροδρόμι ερημικό που φωτιζότανε ασθενικά από το φεγγάρι, έγειρα δίπλα σ' ένα σκυλί. Και τότες πιάσαμε κουβέντα και τούπα τα βάσανα μου και τα σχέδια μου. 
Ήταν το πρώτο ζωντανό που μάθαινε το μυστικό μου. Το δεύτερο είσαι συ. Όχι, το τρίτο. Το δεύτερο ήταν ο άνθρωπος της μπαράγκας όξω από το Άργος. Ας είναι. 

Λοιπόν το σκυλί αφού μ' άκουγε ώρες με κάποια αδιαφορία, που πιο πολύ ήτανε δυσπιστία, στο τέλος μαλάκωσε. Έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος μου, το φαρδύ κρεμασμένο του αυτί μού χάιδεψε με τη ζέστα του το μάγουλο μου, και με κοίταξε στα μάτια. Α πόση συγκίνηση και πόση αφοσίωση έκλεινε το βλέμμα του εκείνο. Πόσο κουράγιο μούδωσε, πόσο μαλάκωσε απ' αγάπη την καρδιά μου. Ξέχασα την πείνα και του χάιδεψα το κεφάλι. 

Και τότες μούπε το σκυλί. 

"Βλέπεις το φεγγάρι; Ξέρεις για ποιους στέλνει το φως του; Για τα σκυλιά και για τους αλήτες. Εκεί πάνω είναι η μεγάλη μας προστάτισα η Εκάτη.Αυτή φροντίζει για όσους σέρνουνται τις νύχτες στα σταυροδρόμια, σαν κι' εμάς. Το φως που στέλνει δεν έχει τη δύναμη του Ήλιου. Και τούτο ξεπίτηδες. Για να μας βοηθάει καλλίτερα. Μια φορά το μήνα το δυναμώνει. Τότες που λένε οι άνθρωποι πως είναι πανσέληνος. Ξέρεις γιατί το δυναμώνει;"

" Όχι", του αποκρίθηκα. 

"Είναι γιατί κατεβαίνει στη γης για να δει μονάχη της σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε. Κι εκείνη τη νύχτα κάνει για μας τις πιο μεγάλες καλοσύνες. Μια τέτοια νύχτα πρέπει να τηνε γνωρίσεις."




Από το διήγημα του ΑΓΓΕΛΟΥ ΔΟΞΑ "Συνέντευξη με το Θεό"
Συλλογή "Ο Πλανήτης Σκοτεινιάζει"
Εκδ. Οίκος Σπ.Γρίβα, 1946





Fedra V.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου