Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Όφις και Κρίνο




5 του Μάη

Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και τόξερα πως θάλθεις. Και Σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γή τον χειμώνα παγωμένη και έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου. Στο διάβα Σου ανοίγονται κι ανθούν κι ευωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω απο τα πόδια Σου φυτρώνει και χαμογελά το χρώμα της ελπίδας. Η αναπνοή Σου θερμή και παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω απο την ψυχή μου και ξυπνούν απο τη νάρκη των ανέρωτων χειμώνων τα όνειρά μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σου χαμογελούν. Τόξεραν πως θάλθεις. Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Εσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια, βασίλισσα μέσα στην ψυχή μου.
Αγάλια, αγάλια, προχωρείς μέσα στην ψυχή μου με τηνπερηφάνεια των ρόδων και τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών μενεξέδων. Κι ένα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί μου. Το νοιώθω – είσαι η Άνοιξη Εσύ, ώ γη, η μεγάλη και ακόλαστη μητέρα – που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει.


10 Αυγούστου

Πηγαίνω κι έρχομαι σαν τρελλός μέσα στο ατελιέ μου. Οι γραμμές πάλιν οι εξωτικές και τα χρυσάνθεμα και οι σταγόνες των αιμάτων πετιούνται και οργιάζουν κάτω από το χέρι μου. Αδύνατον να εργασθώ. Τίποτε λογικό δεν μπορώ να συναρμόσω και να δημιουργήσω. Χθες άρχισα να ζωγραφίσω Εκείνη κι εσχεδίασα το κορμί της πεσμένο όπως προχθές την νύχτα – κι άμα ετελείωσα, είδα – είχα ζωγραφίσει ένα πελώριο κρίνο κομένο και ριμένο άσπλαχνα σ’ ένα παράξενο με μύριους ελιγμούς ποτάμι. Και σήμερα βλέπω – δεν είνε ποτάμι, αλλά ένας όφις πελώριος που τρέχει κάπου εκεί πέρα, με μύριους ελιγμούς, και κρατεί στο στόμα του ένα όμορφο πελώριο κρίνο.


11 Αυγούστου

[...........]
Τι έχω; Μα τίποτα αγάπη μου. Γιατί είμαι χλωμός; Θάναι από την κούραση και την αγάπη. Εκοιμώσουν κ’ ήμουν γερμένος και Σε κύτταζα και χαμογελούσα. Όχι, η φωνή μου δεν τρέμει… Γιατί να τρέμει αγάπη μου; Εκοιμώσουν και Σε κύτταζα κι άναβαν μέσα μου πόθοι παράξενοι, να σ’ αρπάξω με τα φτερά των ασμάτων μου και την παντοδυναμία των επιθυμιών μου και να πάμε αλλού, αγάπη μου, δεν ξέρω κι εγώ που … εκεί όπου αιώνια χαρά ανατέλλει μεσ’ από τ’ ακίνητα κι απόκρυφα νερά. Θα ξαπλωθούμε εκεί οι δυό μας αμίλητοι, όμορφοι, ευτυχισμένοι. Θα κολλήσω τα χείλη μου απάνω στα χείλη Σου και θάναι αιώνιο το φιλί και θάμαστε ξαπλωμένοι απάνω στο χώμα και οι νύχτες θα περνούν από πάνω μας και τα ρόδα θα μαδούνε και θα πέφτουνε τα φύλλα και το φιλί μας θάναι ασάλευτο, μεγάλο ωσάν την αιωνιότητα κι ωσάν τη νύχτα.
Εκοιμώσουν κι εσκορπούσα το τραγούδι της αγάπης μου απάνω στα βλέφαρά Σου και στα κλειστά Σου χείλη.
Ώ Πολυαγαπημένη! μην κλαίς η αγάπη μου είνε άγρια και έκφυλη μα είναι αιώνια.


24 Αυγούστου

Ώ να μην αγαπούσα τίποτε, να μη μισούσα τίποτε και να πήγαινα μακρυά από τους ανθρώπους και κοντά στα θεριά – πέρα στην έρημο. Κι εκεί μόνος με την ψυχή μου την αμέρωτη ν’ αντικρύσω τον ουρανό. Να δυναμώσω τη σκέψη μου με τη θέα της απέραντης ερήμου και να γενώ στοιχείο της καταιγίδας κι ένα φύσημα του σιμούν και να ενωθώ με το αμίλητο πνεύμα της ερήμου και να βαφτίσω βάφτισμα φωτιάς, την ψυχή μου στα χρώματα που οργιάζουν κάθε βράδυ κι ακολασταίνουν κάτω στη δύση.
Ώ να μην αγαπούσα τίποτε και να χόρταινα τη νοσταλγία τη μεγάλη που νοιώθει για την έρημο η ψυχή μου!


25 του Μάρτη

…….Κάθομαι και συλλογούμαι στον μαδημένο κήπο. Η νύχτα αρχίζει να χύνεται απάνω στα δένδρα. Στον ουρανό τ’ άστρα βάνουν αρχή ν’ ανοίγουν. Η χαρά πλειά πένθιμη τώρα εσταμάτησε στον λαιμό μου. Η θάλασσα από μακρυά τραγουδεί την ηδονή του θανάτου. Μυστηριώδης φλογέρα σέρνει στον ουρανό τα άστρα. Πάνω σ’ όλες τις κορφές απλώνεται η ηρεμία και τα φύλλα των δένδρων μιλούν αγάλι αγάλι….
Ώ Δύστυχη! Δύστυχη! Μ’ έρχεται να φύγω και να κρυφτώ στα βάθη των δασών και να ξαπλωθώ χαμαί στην γη και ν’ αφήσω τα δάκρυά μου να τρέξουνε, να τρέξουνε για Σένα, που Σου ήταν γραφτό να με γνωρίσεις!…


Εδώ τελείωνε το ημερολόγιο της καρδιάς του δυστυχή φίλου μου - του μεγάλου καλλιτέχνη. Γραμμένο άνω κάτω σε σκόρπια φύλλα με νευρικά ακανόνιστα γράμματα.
Ο υπηρέτης ήλθεν ένα πρωϊ τρομαγμένος και μου φώναξε να τρέξω στην έπαυλη του φίλου μου. Υπόπτευσα δυστύχημα γιατί εγνώριζα τον φίλο μου και την αγάπη του. Εσπάσαμε την πόρτα του δωματίου και μιά πνιχτική μυρωδιά λουλουδιών μας επερίχυσε. Άνοιξα γρήγορα τα παράθυρα και τις πόρτες.
Φοβερό θέαμα! Εκείνη είχε συρθεί ίσα με το παράθυρο για να τ’ ανοίξει φαίνεται. Τα λουλούδια στα πόδια της, κάτω από το παράθυρο ήσαν πατημένα, ζουλισμένα τα δάχτυλά της ήσαν ματωμένα – όλα έδειχναν πως επάλεψεν απελπισμένα η δύστυχη ν’ ανοίξει το παράθυρο και ν’ αναπνεύσει – μα εκείνος δεν την αφήκε.
Κι είχε πέσει χλωμή κι εξαντλημένη με μάτια μεγαλωμένα από τον τρόμον. Ένας σπασμός φρίκης και φόβου - και μίσους - παραμόρφωνε το όμορφο, το αγνό της πρόσωπο. Και το λιγερό της σώμα είχε ξαπλωθεί απελπισμένο και νεκρό απάνω στα λουλούδια. Εκείνος μ’ ένα ήρεμο χαμόγελο είχε ξαπλωθεί χαμαί στο πλάϊ κι είχε ρίξει τα χέρια του μ’ ένα κίνημα ανέκφραστο αγάπης γύρω στον λαιμό της.
Από πάνω των ήτο κρεμασμένη μιά αλλόκοτη εικόνα που έδειχνε τον θλιβερό δρόμο πούχε πάρει τελευταία η σκέψη του δυστυχή και μεγάλου καλλιτέχνη.
Μια μεγάλη έρημος κι ο ήλιος εβασίλευεν ολοκόκκινος κι αιμάτωνε τον ουρανό. Κι ένας όφις πελώριος ξετυλισσόταν κι έτρεχεν απάνω στην άμμο. Και στο στόμα του που έτρεχεν φαρμάκι κρατούσε κι εχαϊδευε κι εδάγκωνε ένα μικρό κάτασπρο και μαραμένο κρίνο.



Αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ "Όφις και Κρίνο", ένα παραλήρημα ερωτικού πάθους που οδηγεί στην παραφροσύνη και στο θάνατο.
Το δημοσίευσε το 1906 με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιβαρμή. 

σημ. έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του συγγραφέα



artwork : Hero and Leander, William Ety (1827)




Fedra V.





Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

"Η ενοχή δεν αμφισβητείται ποτέ"




“Είμαι αθώος, κύριε”, λέει ο Γιόζεφ Κ.
Και ο άλλος του απαντά: “Ναι, αλλά η αθωότητά σου δεν μπορεί να σε σώσει”.

Kafka , Der Prozess (Δίκη)


Είναι γνωστή η ιστορία του τρελού που ψάρευε μέσα σε μια μπανιέρα. Ένας γιατρός τον ρώτησε: "Αν τσιμπάει τίποτα" και δέχτηκε την αυστηρή απάντηση: "Όχι, ανόητε, αφού ψαρεύω μέσα σε μια μπανιέρα". 
Πόσο βασανιστική μπορεί να είναι η πολυτέλεια να ψαρεύεις μέσα σε μια μπανιέρα ξέροντας πως δε θα βγάλεις τίποτα;   

Στο "Μύθο του Σίσυφου", μιλώντας για το έργο του Kafka, ο Albert Camus αναγνωρίζει τις βασικές αρχές ενός παράλογου έργου. Υποστηρίζει πως ο κόσμος του Kafka είναι ένα ανέκφραστο σύμπαν.  

Γράφει :  

"Στη Δίκη η σάρκα θριαμβεύει. Δε λείπει τίποτα, ούτε η ανέκφραστη επανάσταση (είναι αυτή, όμως, που γράφει), ούτε η φωτεινή και βουβή απελπισία (αυτή, όμως, δημιουργεί), ούτε αυτή η καταπληκτική ελευθερία που οι ήρωες του μυθιστορήματος αναπνέουν μέχρι τον τελικό τους θάνατο. [..............] Το παράλογο αναγνωρίζεται, γίνεται αποδεκτό, ο άνθρωπος υποτάσσεται σ' αυτό και, απ' αυτήν τη στιγμή, δεν υπάρχει πια παράλογο, εξαφανίζεται. [..............] Στο έργο του περιγράφεται το παθιασμένο πρόσωπο του ανθρώπου που [..........]  στις αντιθέσεις του βρίσκει λόγους για να πιστεύει, που μέσα στις γόνιμες απελπισίες του ανακαλύπτει λόγους για να ελπίζει, του ανθρώπου που ονομάζει ζωή την τρομακτική μαθητεία του στο θάνατο. " 

Ας θυμηθούμε την ιστορία..... 

Στη "Δίκη", ο Γιόζεφ Κ... κατηγορείται. Αλλά δεν ξέρει γιατί. Υπερασπίζεται τον εαυτό του, αλλά χωρίς να ξέρει γιατί. Οι δικηγόροι βρίσκουν δύσκολη την περίπτωσή του. Στο μεταξύ, συνεχίζει να ερωτεύεται, να τρώει ή να διαβάζει την εφημερίδα του. Κατόπιν δικάζεται. Η αίθουσα όμως του δικαστηρίου είναι πολύ σκοτεινή. Δεν καταλαβαίνει πολλά πράγματα. Υποθέτει μονάχα πως καταδικάστηκε, μάταια όμως αναρωτιέται για ποιο λόγο. Μερικές φορές αμφιβάλλει για όσα έγιναν και συνεχίζει τη ζωή του. Έπειτα από καιρό, δυο καλοντυμένοι και ευγενικοί κύριοι έρχονται να τον βρουν και τον παρακαλούν να τους ακολουθήσει. Με πολλές φιλοφρονήσεις, τον οδηγούν σ' ένα απελπιστικό προάστιο, του βάζουν το κεφάλι πάνω σε μια πέτρα και τον σφάζουν. Προτού πεθάνει, ο καταδικασμένος λέει μονάχα: "σαν το σκυλί". 

Πόσο μπορεί να μας αφορά σήμερα αυτό το αριστούργημα της λογοτεχνίας;  

Ξεκίνησε να γράφεται το 1914, δημοσιεύτηκε μετά το θάνατο του συγγραφέα και παρά τη θέλησή του το 1925 (αλλού αναφέρεται το 1933) και ανέκαθεν προκαλούσε τις πιο ποικιλόμορφες ερμηνείες. Θεωρήθηκε καταγγελία της γραφειοκρατικής απανθρωποποίησης, κατηγορητήριο κατά του ολοκληρωτισμού, μεταφορά για τον αντισημιτισμό. Παράλογο χιούμορ ή σουρεαλιστικό κείμενο; Ή τι άλλο θα μπορούσε να "κρύβει";

Ο Milan Kundera γράφει : 
 

"Ο Κ. όμως δεν είναι ούτε αθώος, ούτε ένοχος. Είναι ένας άνθρωπος ενοχοποιημένος, κάτι που είναι εντελώς διαφορετικό. Φυλλομετρώ το λεξικό: το ρήμα "ενοχοποιώ" χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1946 και ως ουσιαστικό ("ενοχοποίηση") το 1968. Παρά την τόσο πρόσφατη δημιουργία αυτών των λέξεων, η παρουσία τους αποδεικνύει πως κάθε άνθρωπος είναι "ενοχοποιήσιμος", πως η ενοχοποίηση αποτελεί τμήμα της ανθρώπινης κατάστασης: φοβόμαστε - από καλοσύνη - μήπως πληγώσουμε τους αδύναμους, αλλά και δειλιάζουμε να συσχετισθούμε με τους ισχυρότερους από εμάς." 

Και επανέρχομαι στο ερώτημα "Πόσο μπορεί να μας αφορά εμάς σήμερα; Τι σχέση μπορεί να έχει ο σύγχρονος Έλληνας με τον  άνθρωπο χωρίς (γνωστό) επώνυμο, τον Γιόζεφ Κ. - τον "άγρυπνο κοιμώμενο",  κατά τον B. Groethuysen;"

Ανακάλυψα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, δημοσιευμένο το 2012 στη εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, του Δρ. Στέφανου Αβακιάν, καθηγητού στον κλάδο της Οργανωσιακής Συμπεριφοράς και Διοικησης του Ανθρώπινου Δυναμικού στο πανεπιστήμιο Brighton στην Αγγλία, και θεωρώ πως δίνει πολλή τροφή για σκέψη...
Παραθέτω αυτούσιο :

 ***

Στην καρδιά του μυθιστορήματος είναι η πάλη και η αγωνία του Γιόζεφ Κ. να καταλάβει και να εξηγήσει "γιατί" κατηγορείται.

Οι απαντήσεις που παίρνει παραμένουν ορθολογικές, τεκμηριωμένες αλλά και συνάμα δίχως ουσία. Η αγωνία του πρωταγωνιστή να εκφράσει τους προβληματισμούς του αμφιταλαντεύονται σε ένα πλαίσιο από έτοιμες απαντήσεις που πρέπει να αποδεχτεί. Κανόνες και αποφάσεις έλαβαν χώρα γι’ αυτόν αλλά δίχως αυτόν.

Σε αυτή την ακατανόητη εξέλιξη των πραγμάτων η πίεση που ασκείται για την ελευθερία του Γιόζεφ Κ. ξεπερνάει τους περιορισμούς του. Αφορά μια εξήγηση που ποτέ δεν του δίνεται και έτσι βρίσκεται αναγκασμένος να δεχτεί μια πραγματικότητα που του προσφέρεται ως "απόλυτη". Η δυσφορία και η ανάγκη για δικαιοσύνη παραμένουν έμφυτες και έτσι παρενοχλούν τον Γιόζεφ Κ. να αντιδρά αλλά και να προσπαθεί να προσαρμοστεί.

Η απρόσωπη έκφραση της εξουσίας μέσα από την εξάσκηση αρχών και κανόνων συνθέτουν ένα πλαίσιο από διαδικασίες τα οποία ξεπερνούν τον ατομικισμό και την ουσία της ύπαρξης του. Για τον Γιόζεφ, η φρίκη της εξουσίας εκδηλώνεται μέσα από ορθολογικές απαιτήσεις που δεν δικαιολογούνται στην ανθρώπινη λογική. Η μόνη λογική είναι ο φόβος της συνέπειας που βασίζεται στην εξάσκηση δύναμης και των νόμων που ο Γιόζεφ Κ. δήθεν παρέβλεψε.

Όταν η δεσποινίς Μπύρστνερ αποδέχεται να βοηθήσει τον Γιόζεφ σαν σύμβουλός του αναφέρει "Ναι, αλλά αν πρόκειται να γίνω σύμβουλος σας, θα πρέπει να ξέρω περί τίνος πρόκειται" στο οποίο ο Γιόζεφ Κ. απαντά "Αυτό δεν το ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος".

Η παρωδία της οικονομικής κρίσης στην χώρα μας, αλλά και έξω από αυτή, έρχεται να προσωποποιήσει την Δίκη του Κάφκα με κωμικοτραγικές ακρίβειες. Το έργο αυτό παίρνει σάρκα και οστά στην καθημερινότητα του Έλληνα πολίτη. Η προσπάθεια του ατόμου να συλλάβει το "γιατί" παραμένει βασική προϋπόθεση της ύπαρξης του. Ο πρωταγωνιστής καταστρέφεται πνευματικά, πολιτιστικά, ηθικά, όχι γιατί δικάζεται για λόγους που δεν ξέρει, αλλά γιατί προσπαθεί να βρει εξηγήσεις τη στιγμή που κανένας δεν είναι διαθέσιμος να ασχοληθεί μαζί του. Η διαφορετική αντιμετώπιση του "γιατί" από το σύστημα που εξουσιάζει και από τον άνθρωπο που προσπαθεί να καταλάβει τις εμπειρίες του, είναι άκρως σημαντική για το πώς αντιλαμβάνεται τον προορισμό του.

Η αντιπάθεια και αντίδραση για το σύστημα που έχει την δυνατότητα να συλλαμβάνει και να δικάσει (μεταφορικά και κυριολεκτικά) λαμβάνει χώρα στην δική μας πατρίδα. Σε αυτό το πλαίσιο κανένας από τις πολιτικές ηγεσίες δεν βρίσκει την δύναμη να ασχοληθεί με τους πραγματικούς λόγους που μπορούν να εξηγήσουν το "γιατί". Ίσως φοβούνται τις αντιδράσεις που οι εξηγήσεις θα μπορούσαν να δημιουργήσουν. Οι απαντήσεις που δίδονται είναι "έτοιμες" και εκλεπτυσμένες όπως στις εμπειρίες του Γιόζεφ Κ..

Οι κανονισμοί και ο φόβος της φυλακής γίνεται το πραγματικό μεταφορικό σχήμα που αναγκάζει τον πολίτη να πρέπει να αποδεχτεί μια τάξη πραγμάτων επειδή εξασκούνται από μία ανώτερη νομοθετική αρχή.

Στην αγωνία του καθημερινού πολίτη βρίσκεται η προσπάθεια να συλλάβει και να εξηγήσει αυτό που τον ξεπερνά. Η συσσώρευση αυτής της αγωνίας είναι σαν τον καρκίνο που μεγαλώνει και εξασθενεί το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Το πιο σημαντικό σημείο στο έργο του Κάφκα είναι ότι κανένας από τους υπεύθυνους που "κινούν τα ηνία" δεν ασχολείται με την προσωπική αγωνία γιατί δεν τι θεωρεί αναγκαία. Θεωρούν την αποδοχή και συγκατάβαση του πρωταγωνιστή δεδομένη.

Η λογική του δεδομένου ίσως να γίνεται εύκολο μέσο αποφυγής δύσκολων απαντήσεων από τους υπεύθυνους. Συνάμα, η αποδοχή του δεδομένου παραμένει απόλυτα καταστρεπτική γιατί ανατρέπει την υπαρξιακή έννοια του ατομικισμού και συλλογικότητας. 

Στην προσπάθεια ανόρθωσης της Ελληνικής οικονομίας η δυσκολία και αδυναμία των ισχυρών να δώσουν εξηγήσεις που ξεπερνούν το κατώφλι των έτοιμων απαντήσεων θα δημιουργούν όλο και μεγαλύτερο κενό στην σκέψη της Ελληνικής κοινωνίας.

Σαν τον Γιόζεφ Κ. ο καθημερινός πολίτης νιώθει ότι δικάζεται κάθε στιγμή από ένα σύστημα που τον ξεπερνά με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει απαντήσεις. Τέτοιες απαντήσεις δεν αφορούν το αν θα πληρώσει τον λογαριασμό, αλλά γιατί αναγκάζεται να υποστεί συνέπειες που δεν δημιούργησε. Ο πολίτης γίνεται ο τελικός αποδέκτης των αποφάσεων αλλά και έχει τις λιγότερες απαντήσεις που εξηγούν τους λόγους.

Αυτή η συσσώρευση αγωνίας κατακλύζει τις προσδοκίες και πίστη για μια χώρα και ένα σύστημα που τον αντιπροσωπεύουν. Ο πολίτης καλείται να στηρίζει ένα σύστημα το οποίο τον συνθλίβει αλλά και που πρέπει να αναγκαστεί να πιστέψει ότι  τον αντιπροσωπεύει.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη αντίφαση που δημιουργεί τεράστια κενά και πληγές που αμαυρώνουν την κοινωνική ταυτότητα αλλά και ευεξία των πολιτών.

Ο Έλληνας πολίτης αντιπροσωπεύεται από τον Γιόζεφ Κ.. Το μόνο ουσιαστικό σημείο έναρξης για την ανόρθωση της κοινωνικής ευημερίας σήμερα είναι η κατανόηση της αγωνίας του ατόμου έτσι όπως εκδηλώνεται από τον Γιόζεφ Κ..

 ***


Fedra V.







Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Το βιβλίο




Είμ' ένα βιβλίο. Κάποιος με διαβάζει. Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει από μένα, δεν ξέρω αν μου βρίσκει κάποιο βάθος. Πάντως, δυσκολεύεται στο διάβασμα ή βαριέται. Συχνά με παρατά, τσακίζοντας τα φύλλα μου, μ' εγκαταλείπει για καιρό και, όταν κάποτε επιστρέφει, έχει πλέον χάσει τη συνέχεια έχει ξεχάσει ό,τι έχει διαβάσει. Έτσι, με ξαναπιάνει απ' την αρχή, για να με παρατήσει πάλι, ύστερ' από λίγο, κουρασμένος.

Δεν ξέρω αν διαβάζει άλλα βιβλία, δεν ξέρω καν πώς βρέθηκα στα χέρια του, όμως εδώ είμαι, αυτός είναι η μοίρα μου και, αν αυτός δεν με διαβάσει, άλλον αναγνώστη δεν πρόκειται να βρω.


ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ



Fedra V.


 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Dying is an art...






Στις 11 Φεβρουαρίου 1963 στην οδό Fitzroy 23, στο Λονδίνο, στο σπίτι που έζησε ο αγαπημένος της ποιητής S. B. Yeats, αυτοκτόνησε η κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια Sylvia Plath σε ηλικία τριάντα ετών.


"Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μόλις τριάντα.
Και σαν τη γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές."
 
(Lady Lazarus)

  

Ένα πλάσμα χαρισματικό (επαγγελματίας ποιήτρια - από την εφηβεία της σχεδόν - με πλήθος δημοσιεύσεων, είχε κερδίσει υποτροφίες και διακρίσεις, είχε συνθέσει ένα προσεκτικά συγκροτημένο έργο), μια περίεργη ζωή, καταθλίψεις, εγκυμοσύνες, μια εκρηκτική ερωτική σχέση με το σύζυγο της και ποιητή Τεντ Χιουζ.  

"Η ζωή είναι ένας συνδυασμός από συμπτώσεις, όπως στα παραμύθια. Χαρές της ζωής με ενέσεις ομορφιάς μαζί με κάποιες επώδυνες αυτό-αμφισβητήσεις."

Είχε να αντιμετωπίσει την κλονισμένη ψυχική της υγεία και τα προβλήματα της προσωπικής ζωής της, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε από το να θέτει καλλιτεχνικούς στόχους και να κάνει στη σύντομη διαδρομή της άλματα στην ποιητική της.   




"Ποτέ δεν μπορώ να διαβάσω όλα τα βιβλία που θέλω. Ποτέ δεν μπορώ να είμαι όλοι οι άνθρωποι που θα ήθελα και να ζήσω τις ζωές που θέλω. Ποτέ δεν θα μπορέσω ν’ αποκτήσω όλες τις ικανότητες που θα ήθελα. Και γιατί το επιθυμώ αυτό; Θέλω να ζήσω και να νιώσω". 

  

"Έχω την επιλογή να είμαι συνεχώς δραστήρια και χαρούμενη ή εσωστρεφώς παθητική και θλιμμένη. Ή στο μεταξύ μπορώ να τρελαθώ από τις εναλλαγές."


 
 "Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει-
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο"

(Daddy) 

Η Πλαθ ποτέ δεν τον συγχώρεσε απολύτως που την "εγκατέλειψε". Είναι το πλέον σοκαριστικό και καθοριστικό γεγονός στη ζωή της και ένα από τα θέματα που διατρέχουν σταθερά την ενήλικη ποίησή της.

"Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ,
Για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλά σου να αρκεστώ.
Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά."

(Daddy)





1953: Φοιτήτρια στο Smith College, ένα καλοκαίρι στη Νέα Υόρκη, μία σειρά από απογοητεύσεις και θεραπεία με ηλεκτροσόκ για την κατάθλιψή, κάνει την πρώτη της απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια. Τη σώζουν και υποβάλλεται σε ψυχιατρική θεραπεία έξι μηνών. Τα γεγονότα εκείνης της περιόδου αποτυπώνονται στο ημιαυτοβιογραφικό βιβλίο της "Ο Γυάλινος Κώδων" που εκδόθηκε λίγο πριν τον θάνατό της.


Τα καλύτερα ποιήματα της Πλαθ γράφτηκαν την περίοδο 1960-62, ένα χρόνο πριν από το θάνατό της. Η γνώση εκείνων που πέρασαν και η προσμονή εκείνων που δεν θα έρθουνε την βαραίνουν απελπιστικά.

"Επιθυμώ πράγματα που στο τέλος θα με καταστρέψουν."
 
Η ψυχική της κατάσταση αλλά και η καταρρέουσα σχέση με το σύζυγό της (τον Αύγουστο του 1962 καίει γράμματα, χειρόγραφα του δεύτερου της βιβλίου και ποιήματα του Χιουζ, όταν μαθαίνει πως ο τελευταίος την απατά) αποτυπώνεται στη δουλειά της. Τα φαντάσματα την κατατρέχουν: ο δεσμοφύλακας, ο γιατρός, ο εραστής που την πρόδωσε, ο “Κολοσσός” (τίτλος της πρώτης της ποιητικής συλλογής). Κι ύστερα είναι ο θάνατος. Σαν αγαπημένος, σαν φίλος, σαν δήμιος. Κι εκείνη σαν μητέρα, σαν κόρη, σαν θύμα, σαν εκδικήτρια. 

"Αυτός είναι λοιπόν ο εραστής μου; Αυτός ο θάνατος, αυτός ο θάνατος;" 

"Έχω αναλωθεί. Έχω απόλυτα αναλωθεί.
 Τα μάτια μου πιέζονται από αυτό το σκοτάδι.
Δεν βλέπω τίποτα."
"Ο ήλιος έχει δύσει. Πεθαίνω. Φτιάχνω έναν θάνατο."
 
(Three Women)


 Τον Οκτώβριο του 1962, έχοντας χωρίσει από τον Τεντ Χιουζ, γράφει τα ποιήματα που θα αποτελέσουν τη δεύτερη της συλλογή, "Άριελ". Βρίσκεται σε φάση τρομερής δημιουργικότητας, που συνδυάζεται όμως με εξίσου τρομερή κατάθλιψη.
 



  Η ποίηση της Πλαθ λατρεύει το απροσδόκητο. Τις τυχαίες ρίμες, το μέτρο που εμφανίζεται χωρίς να το περιμένει ο αναγνώστης, οι βικτοριανές πινελιές που χάνονται ανάμεσα στον αμερικάνικο ιδεαλισμό της εποχής, η τρυφερότητα που γίνεται ηδονή, οι εικόνες και τα τοπία που διαλύονται μέσα στο αίμα και το θάνατο. 


Mirror

I am silver and exact. I have no preconceptions.
What ever you see I swallow immediately
Just as it is, unmisted by love or dislike.
I am not cruel, only truthful---
The eye of a little god, four-cornered.
Most of the time I meditate on the opposite wall.
It is pink, with speckles. I have looked at it so long
I think it is a part of my heart. But it flickers.
Faces and darkness separate us over and over.
Now I am a lake. A woman bends over me,
Searching my reaches for what she really is.
Then she turns to those liars, the candles or the moon.
I see her back, and reflect it faithfully.
She rewards me with tears and an agitation of hands.
I am important to her. She comes and goes.
Each morning it is her face that replaces the darkness.
In me she has drowned a young girl, and in me an old woman
Rises toward her day after day, like a terrible fish.
 








Fedra V.