Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

τα πουλιά










ΒΑΛ: Ξέρεις πως υπάρχει ένα είδος πουλιών που δεν έχουν πόδια κι έτσι δεν μπορούν να σταθούν πουθενά και πρέπει να στηρίζονται σ' όλη τους τη ζωή στα φτερά τους στον ουρανό; Αλήθεια είναι. Είδα ένα κάποτε, είχε πεθάνει κι είχε πέσει στη γη κι είχε γαλάζιο χρώμα και σώμα μικρούλικο σαν το μικρό σου δαχτυλάκι, αυτή είν' η αλήθεια, είχε ένα τοσοδούλικο σωματάκι σαν το μικρό σου δάχτυλο και τόσο 'λαφρύ στην παλάμη του χεριού σου που δε ζύγιζε πάνω από 'να πούπουλο, κι είχε τα φτερά διάπλατα ανοιγμένα, και διάφανα στο χρώμα τ' ουρανού και μπορούσες να δεις μέσ' απ' αυτά. Αυτό είναι που λένε χρωματική κάλυψη. Καμουφλάζ, το λένε. Είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις αυτά τα πουλιά από τον ουρανό και γι' αυτό τα γεράκια δεν μπορούν να τ' αρπάξουν, δεν τα διακρίνουν εκεί στα γαλάζια ύψη τ' ουρανού, κοντά στον ήλιο!

ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ: Κι όταν έχει συννεφιά;

ΒΑΛ: Πετάνε τόσο ψηλά που τ' αναθεματισμένα γεράκια θα ζαλίζονταν. Κι αυτά τα μικρά πουλιά, δεν έχουν πόδια καθόλου και ζουν όλη τους τη ζωή πάνω στα φτερά τους κοιμούνται πάνω στον άνεμο, και άκου πώς κοιμούνται τη νύχτα. Ανοίγουν διάπλατα τα φτερά τους και κοιμούνται πάνω στον άνεμο, όπως τ' άλλα πουλιά διπλώνουν τα φτερά τους και κοιμούνται πάνω σ' ένα δέντρο... Κοιμούνται πάνω στον άνεμο και... ποτέ δεν ακουμπάν αυτήν τη γη παρά μόνο μια φορά όταν πεθάνουν.

ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ: Θα 'θελα να 'μουν ένα απ' αυτά τα πουλιά.

ΒΑΛ: Κι εγώ θα 'θελα να 'μουν, πολλοί θα 'θελαν να 'ναι ένα από κείνα τα πουλιά και ποτέ να μην είχαν φθαρεί.



TENNESSEE WILLIAMS : Ο Ορφέας στον Άδη (απόσπασμα)



Fedra V.




Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ ο αυτόχειρας της κοινωνίας









Το νερό είναι γαλάζιο, όχι το γαλάζιο του νερού,
το γαλάζιο της ρευστής ζωγραφικής.
Ο τρελός αυτόχειρας, περνώντας από εκεί,
επέστρεψε το νερό της ζωγραφιάς στη φύση,
σ' αυτόν, όμως, ποιος θα του το επιστρέψει;

Τρελός ο Βαν Γκογκ;
Αυτός που μπόρεσε κάποια στιγμή να κοιτάξει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, ας κοιτάξει το αυτοπορτρέτο του Βαν Γκογκ, εννοώ εκείνο που φορά ένα μαλακό καπέλο.
Ζωγραφισμένο απ' τον Βαν Γκογκ σε υπερδιαύγεια, είναι η φιγούρα του κοκκινομάλλη χασάπη που μας ελέγχει και μας παραμονεύει, που μας παρατηρεί διερευνητικά με αγριωπή ματιά.
Δε γνωρίζω ούτε έναν ψυχίατρο που θα μπορούσε να διερευνήσει το πρόσωπο ενός ανθρώπου με μια τέτοια συντριπτική δύναμη και ν' αναλύσει σαν από χασαποσάνιδο την αναμφισβήτητη ψυχολογία του.
Το μάτι του Βαν Γκογκ το διακρίνει μια μεγάλη ευφυϊα, αλλά κατά τη γνώμη μου, έτσι όπως το βλέπω να με κοιτάζει εξονυχιστικά απ' το βάθος του πίνακα του απ' όπου αναδύεται, δεν πρόκειται πια για την ευφυϊα ενός ζωγράφου που αισθάνομαι να υπάρχει εκείνη τη στιγμή μέσα του, αλλά την ευφυϊα ενός φιλοσόφου που δεν συνάντησα ποτέ στη ζωή μου.
Όχι, ο Σωκράτης δεν είχε τέτοιο μάτι, ίσως μονάχα ο δύστυχος ο Νίτσε να είχε πριν απ' αυτόν αυτό το βλέμμα που γδύνει την ψυχή, που ξεγυμνώνει το ανθρώπινο σώμα πέρα απ' τις υπεκφυγές του νου.
Το βλέμμα του Βαν Γκογκ είναι ακινητοποιημένα αιωρούμενο, διάφανο πίσω απ' τα αραιά του βλέφαρα, τα λεπτά του φρύδια που δεν τα χωρίζει ούτε μια ζάρα.
Είναι ένα βλέμμα που βυθίζει κατευθείαν, διαπερνά αυτή την χοντροκομμένη σαν κορμό δένδρου μορφή.
Όμως ο Βαν Γκογκ αποτύπωσε τη στιγμή που η κόρη του οφθαλμού θα κυλήσει στο κενό... τη στιγμή που αυτό το βλέμμα εκτοξευμένο προς το μέρος μας σαν τη βόμβα ενός μετεωρίτη, παίρνει το άτονο χρώμα του κενού και του αδρανούς που το γεμίζει.

Κάπως έτσι ο μεγάλος Βαν Γκογκ τοποθέτησε την αρρώστια του, καλύτερα απ' οποιονδήποτε ψυχίατρο στον κόσμο.

Τρυπώ, ξαναπιάνω, ελέγχω, κρεμώ, ξεκρεμώ, η νεκρή μου ζωή δεν κρύβει τίποτα, επιπλέον το ουδέν δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν, αυτή η απογοητευτική απουσία που περνά και με ξεπερνά ώρες-ώρες, είναι κάτι που με αναγκάζει να επανέρχομαι στα ένδον, εκεί, όμως, είναι που βλέπω καθαρά, ακόμη και το ουδέν ξέρω πια τι είναι και θα μπορέσω να πω τι έχει μέσα του.
Και είχε δίκιο ο Βαν Γκογκ, μπορούμε να ζούμε για το άπειρο, να ικανοποιούμαστε μόνο με το άπειρο, υπάρχει άλλωστε αρκετό άπειρο στη γη και τις ουράνιες σφαίρες, για να χορτάσει χίλιες μεγαλοφυϊες, και αν ο Βαν Γκογκ δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την επιθυμία του να εκθέσει όλη του τη ζωή στη  ακτινοβολία του άπειρου, είναι γιατί η κοινωνία του το απαγόρεψε.
Του το απαγόρεψε τελείως, του το απαγόρεψε συνειδητά.

Ο Βαν Γκογκ είχε τους εκτελεστές του, όπως τους είχαν ο Ζεράρ ντε Νερβάλ, ο Μποντλέρ, ο Έντγκαρ Πόε και ο Λοτρεαμόν.

Αυτούς που μια μέρα του είπαν :
Ε, λοιπόν, αρκετά Βαν Γκογκ, στον τάφο σου, φτάνει πια η ιδιοφυϊα σου, όσο για το άπειρο είναι για μας το άπειρο.

Γιατί ο Βαν Γκογκ δεν πέθανε στην προσπάθειά του να ψάξει για το άπειρο... υποχρεώθηκε να σβήσει απ' τη μιζέρια και την ασφυξία... πέθανε βλέποντας να του το αρνείται η γύρα όλων αυτών που απ' την εποχή που ζούσε ακόμη, πίστευαν πως κρατούσαν το άπειρο εναντίον του.
Και ο Βαν Γκογκ θα μπορούσε να βρει αρκετό απ' το άπειρο για να επιζήσει σ' όλη του τη ζωή, αν η κτηνώδικη συνείδηση της μάζας δεν είχε θελήσει να το ιδιοποιηθεί, για να θρέψει τις ίδιες της τις παρτούζες που δεν είχαν ποτέ τίποτα το κοινό με τη ζωγραφική ή με την ποίηση.

Επιπλέον, δεν αυτοκτονούμε ποτέ από μόνοι μας.
Κανένας ποτέ δεν ήταν μόνος του για να γεννηθεί.
Ούτε κανένας είναι μόνος του για να πεθάνει.
Όμως, στην περίπτωση της αυτοκτονίας, χρειάζεται μια στρατιά κακών συνειδήσεων για να στρέψουν το σώμα στην παρά φύση πράξη του να στερηθεί την ίδια του τη ζωή.
Πιστεύω πως υπάρχει πάντα κάποιος άλλος, που τη στιγμή του τελειωτικού θανάτου, μας αφαιρεί την ίδια μας τη ζωή.

Έτσι, λοιπόν, ο Βαν Γκογκ αυτοκαταδικάστηκε γιατί είχε σταματήσει να ζει...




ANTONIN ARTAUD
(απόσπασμα "ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ ο αυτόχειρας της κοινωνίας" ) 


artwork : Van Gogh self portrait (1887)




Fedra V.








Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

"Tristessa"








Μακάρι να μπορούσα να επικοινωνήσω με όλα αυτά τα πλάσματα και τους ανθρώπους, μέσα στον χείμαρρο του φεγγαρόφωτου της ωραίας μου διάθεσης, το νεφελώδες μυστήριο του μαγικού γάλακτος να διακρίνεται στην Βαθιά Φαντασία του Νου, όπου μαθαίνουμε πως τα πάντα είναι ένα τίποτα...

JACK KEROUAC, "Tristessa"




Fedra V.



Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

η ζαχαριέρα









Ένα αγοράκι είναι εννιά χρονών κι ακόμα δεν μιλάει. Είναι μουγκό. Άλαλο, δίχως όμως καμία οργανική βλάβη. Οι γονείς, απελπισμένοι, συμβουλεύονται ειδικούς, ταξιδεύουν σ’ όλο τον κόσμο αναζητώντας μια λύση. Τίποτα. 

Κάποια μέρα κάθονται στο τραπέζι τη συνηθισμένη ώρα για να φάνε. Είναι μια πολύ ευκατάστατη και τυπική οικογένεια που ακολουθεί ρυθμούς, κανόνες, ωράρια. Το αγοράκι πάντα αμίλητο. Ώσπου αιφνίδια ανοίγει το στόμα του και ξεστομίζει τα πρώτα λόγια της ζωής του: 

"Θέλω τη ζάχαρη". 

Ήταν η μόνη φορά που κάτι έλειπε απ’ το τραπέζι. Η ζαχαριέρα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος μέχρι τότε να μιλήσει το αγοράκι. Ήταν όλα εκεί.


Εκείνο που λείπει είναι αυτό που μας κάνει και να ζούμε και να γράφουμε, αλλά και να μιλάμε, Μαργαρίτα.


Μ. Καραπάνου – Φ. Τσαλίκογλου, "Μήπως;" (απόσπασμα)



Fedra V.




Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Μάρκχαϊμ







[..........]


"Καθρέφτη;" είπε βραχνά, μετά σώπασε  κι ύστερα το επανέλαβε πιο καθαρά: "Καθρέφτη για χριστουγεννιάτικο δώρο; Σε καμιά περίπτωση!"

 "Και γιατί όχι;" φώναξε ο παλαιοπώλης. "Γιατί όχι καθρέφτη, δηλαδή;"

Ο Μάρκχαϊμ τον κοιτούσε με μια αξεδιάλυτη έκφραση στο πρόσωπό του. 

"Μα με ρωτάτε γιατί όχι;" είπε. "Κοιτάξτε μια στιγμή – ορίστε, κοιτάξτε, κοιτάξτε τον εαυτό σας! Σας αρέσει αυτό που βλέπετε; Όχι βέβαια! Ούτε και σ’ εμένα αρέσει ούτε και σε κανέναν άλλο".

 Ο μικρόσωμος άντρας είχε αναπηδήσει από έκπληξη όταν ο Μάρκχαϊμ τον στρίμωξε τόσο ξαφνικά με τον καθρέφτη. Τώρα όμως, βλέποντας ότι δεν είχε τίποτε χειρότερο να φοβηθεί, γέλασε προσποιητά. 

"Η μέλλουσα σύζυγός σας έχει, προφανώς, πολύ δύσκολα  γούστα", είπε.

"Σας ζητάω ένα χριστουγεννιάτικο δώρο" είπε ο Μάρκχαϊμ "κι εσείς μού προτείνετε αυτό εδώ – αυτό το καταραμένο αντικείμενο που σου θυμίζει τα χρόνια σου, τις αμαρτίες σου, τις ανοησίες σου, αυτό το εγχειρίδιο της συνείδησης. Επίτηδες το κάνετε;  Το σκεφθήκατε καθόλου; Πείτε μου. Θα είναι καλύτερα για σας αν μου πείτε. Εμπρός, μιλήστε μου για σας. Να υποθέσω ότι κατά βάθος είστε ένας πονόψυχος άνθρωπος, ή μήπως θα πέσω πολύ έξω;"

Ο παλαιοπώλης κοίταξε καλά καλά τον πελάτη του. Ήταν παράξενο, ο Μάρκχαϊμ δε γελούσε καθόλου. Στο πρόσωπό του διακρινόταν κάτι σαν μια σπίθα ελπίδας, αλλά ούτε το παραμικρό ίχνος ευθυμίας.

 "Πού το πάτε;" ρώτησε ο παλαιοπώλης.

 "Ώστε δεν είστε πονόψυχος;" αποκρίθηκε ο άλλος μελαγχολικά. "Πονόψυχος λοιπόν δεν είστε. Ούτε ευσεβής ούτε ηθικός, ούτε δίνετε αγάπη ούτε και παίρνετε. Κερδίζετε λεφτά, τα χώνετε στο χρηματοκιβώτιο. Αυτό είναι όλο; Για το Θεό, άνθρωπέ μου, αυτό είναι όλο;"

"Να σας πω εγώ τι είναι" ξεκίνησε απότομα ο παλαιοπώλης, αλλά δεν κρατήθηκε να μη γελάσει πάλι. "Απ’ ό,τι βλέπω όμως, εσείς μάλλον από έρωτα πάτε να παντρευτείτε, και προφανώς τα πίνατε στην υγεία της κυρίας σας!"

"Α!" αναφώνησε ο Μάρκχαϊμ με περιέργεια. "Α! Πείτε μου, έχετε ερωτευτεί ποτέ;"

"Εγώ;" φώναξε ο παλαιοπώλης. "Εγώ να έχω ερωτευτεί; Ποτέ δεν είχα χρόνο για τέτοιες ανοησίες, και ούτε και τώρα έχω. Τον καθρέφτη θα τον πάρετε;"

"Μα γιατί βιάζεστε;" αποκρίθηκε ο Μάρκχαϊμ. "Είναι τόσο όμορφα που καθόμαστε εδώ και τα λέμε. Και η ζωή είναι τόσο σύντομη και τόσο επισφαλής, που εγώ προσωπικά δε θα βιαζόμουν καθόλου να διακόψω κάτι που απολαμβάνω, έστω και κάτι απλό σαν κι αυτό. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να κρατιόμαστε γερά, από τις χαρές που έχουμε, σαν να στεκόμασταν στο χείλος του γκρεμού. Κάθε δευτερόλεπτο είναι κι ένα βάραθρο, αν το καλοσκεφτείς – ένα βάραθρο αβυσσαλέο – τόσο τεράστιο, που αν πέσουμε, θα συντριβεί κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό που διαθέτουμε. Οπότε είναι καλύτερα να μιλάμε εγκάρδια. Ας μιλήσουμε για μας· γιατί να φοράμε αυτή τη μάσκα; Μπορούμε να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλο. Ποιος ξέρει; - ίσως να γίνουμε και φίλοι".
"Εγώ ένα πράγμα έχω να σας πω" είπε ο παλαιοπώλης. "Ή αγοράζετε κάτι ή δρόμο από το μαγαζί μου."


"Όντως, όντως" είπε ο Μάρκχαϊμ. "Αρκετά χασομερήσαμε. Στη δουλειά μας λοιπόν. Δείξτε μου κάτι άλλο".


[...........]


Ο χρόνος είχε τη δική του χορωδία από φωνές στο μαγαζί, άλλες επιβλητικές κι αργόσυρτες, καθώς ταίριαζε στη μεγάλη τους ηλικία, κι άλλες φλύαρες και βιαστικές. Όλες τους τραγουδούσαν τα δευτερόλεπτα, μια περίπλοκη πολυφωνία από τικ τακ. Το τραγούδι αυτό διαταράχθηκε από τα βαριά βήματα ενός νεαρού στο πεζοδρόμιο, και ο Μάρκχαϊμ ξαναβρήκε απότομα την επαφή του με την πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω του με δέος. 
Το κερί βρισκόταν πάνω στον πάγκο, η φλόγα του τρεμόπαιζε στο ρεύμα· κι απ’ αυτό το μηδαμινό λίκνισμα το δωμάτιο γέμιζε με μιαν αθόρυβη κίνηση και τρικύμιζε σαν τη θάλασσα: οι μακριές σκιές έγερναν, οι σκοτεινές κηλίδες συστέλλονταν και διαστέλλονταν λες και ανάπνεαν, τα πορτρέτα και οι πορσελάνινοι θεοί άλλαζαν όψη και μορφή σαν υδάτινες αντανακλάσεις. Μέσα από τη μισάνοιχτη εσωτερική πόρτα ξεπρόβαλε αδιάκριτα μια λωρίδα φωτός, σαν δάχτυλο που έδειχνε απειλητικά εκείνο το χορό από ίσκιους…


[........]



(από το "Μικρό Κλασικό" του Σκωτσέζου μυθιστοριογράφου και ποιητή Robert Louis Stevenson (1850 - 1894) "Ο τυμβωρύχος" στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το διήγημα "Μάρκχαϊμ")





Fedra V.




Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

...happy?







VLADIMIR: Did I ever leave you?
ESTRAGON: You let me go.
VLADIMIR: I missed you . . . and at the same time I was happy. Isn't that a strange thing?
ESTRAGON: (shocked). Happy?
VLADIMIR: Perhaps it's not quite the right word.


SAMUEL BECKETT
"Waiting for Godot"



Fedra V.






Τρίτη 7 Ιουλίου 2015







Είναι οι τελευταίες λέξεις, αληθινά οι τελευταίες. Ή οι ψίθυροι.
Έρχονται οι ψίθυροι, το ξέρω καλά αυτό. Όχι, ούτε καν αυτό.
Μιλάς για ψιθύρους, για μακρινές φωνές, για όσο μπορείς να μιλάς.
Μιλάς για αυτά πριν και μιλάς για αυτά μετά. Κι άλλα ψέμματα.
Θα είναι η σιωπή, αυτή που δεν κρατά, που θα ξοδέψω ακούγοντας, που θα ξοδέψω περιμένοντας, για να σπάσει, για να την σπάσει η φωνή.
Ίσως δεν υπάρχει άλλη, δεν ξέρω. Δεν αξίζει τον κόπο, αυτό μόνο ξέρω.
Δεν είναι εγώ, αυτό μόνο ξέρω. Δεν είναι δική μου.
Είναι η μόνη που είχα ποτέ; Ψέμματα.
Πρέπει να είχα την άλλη, αυτήν που διαρκεί, αλλά δεν διάρκεσε.
Δεν καταλαβαίνω.
Δηλαδή, διάρκεσε. Ακόμα διαρκεί. Ακόμα μέσα της είμαι.
Άφησα τον εαυτό μου πίσω στα χέρια της.
Με περιμένει εκεί.
Όχι, εκεί δεν περιμένεις, εκεί δεν ακούς.
Δεν ξέρω. Ίσως είναι όλα ένα όνειρο.
Θα με εξέπληττε αυτό.
Θα ξυπνήσω, στη σιωπή, και δεν θα ξανακοιμηθώ ποτέ.
Θα είναι εγώ;
Ή θα ονειρευτώ, πάλι θα ονειρευτώ, θα ονειρευτώ μια σιωπή, μια ονειροσιωπή γεμάτη ψιθύρους, δεν ξέρω, όλα αυτά είναι λέξεις, και δεν θα ξυπνήσω ποτέ όλα λέξεις, τίποτε άλλο δεν υπάρχει.
Πρέπει να συνεχίσεις, αυτό μόνο ξέρω.
Θα σταματήσουν, το ξέρω καλά. Το νιώθω.
Θα με εγκαταλείψουν.
Θα είναι η σιωπή, λίγες καλές στιγμές.  Ή θα ναι δική μου;
Αυτή που κρατάει, που δεν κράτησε, που κρατά ακόμα; Θα είναι εγώ;
Πρέπει να συνεχίσεις. Δεν μπορώ να συνεχίσω.
Πρέπει να συνεχίσεις. Θα συνεχίσω.
Πρέπει να λες λέξεις, για όσο υπάρχουν λέξεις, ώσπου να με βρουν, ώσπου να με πουν.
Παράξενος πόνος, παράξενη αμαρτία.
Πρέπει να συνεχίσεις.
Ίσως έχει ήδη γίνει. Ίσως με έχουν ήδη πει.
Ίσως με κουβάλησαν στο κατώφλι της ιστορίας μου πριν απ' την πόρτα που ανοίγει στην ιστορία μου. Θα με εξέπληττε, αν άνοιγε.
Θα είναι εγώ; Θα είναι η σιωπή, εκεί που είμαι;
Δεν ξέρω, ποτέ δεν θα ξέρω. Στη σιωπή δεν ξέρεις.
Πρέπει να συνεχίσεις.
Δεν μπορώ να συνεχίσω.

Θα συνεχίσω...


SAMUEL BECKETT, "Ο Ακατανόμαστος"


(ph. "The Blackbird", by Mitar Terzic)




Fedra V.



Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

κάθε βράδυ...









Έτσι, τώρα θα μιλάω κάθε βράδυ. 
Στον εαυτό μου. 
Στο φεγγάρι. 
Θα περπατάω, όπως έκανα απόψε, ζηλεύοντας τη μοναξιά μου, κάτω από το ασημένιο φεγγαρόφωτο, που λάμπει θαυμάσια πάνω στους σωρούς του φρέσκου χιονιού, με τις μυριάδες αντανακλάσεις. 
Μιλάω στον εαυτό μου, κοιτάζω τα σκοτεινά δέντρα, ευλογημένα ουδέτερα. 
Τόσο πιο εύκολο από το να αντικρίζω ανθρώπους, από το να πρέπει να δείχνω χαρούμενη, άτρωτη, έξυπνη. 
Με τις μάσκες κατεβασμένες, περπατάω, μιλώντας στο φεγγάρι, στην ουδέτερη απρόσωπη δύναμη που δεν ακούει, αλλά απλώς αποδέχεται την ύπαρξή μου. 
Και δεν με κατακεραυνώνει. 
Πήγα στο μπρούντζινο αγόρι που αγαπώ, σε έναν βαθμό επειδή κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτό, και καθάρισα το χιόνι από το λεπτοκαμωμένο χαμογελαστό του πρόσωπο. 
Στεκόταν εκεί στο φεγγαρόφωτο, σκοτεινό, με το χιόνι να γράφει τα άκρα του λευκά, στο ημικύκλιο του ιδιωτικού φράχτη, κουβαλώντας το κυματοειδές δελφίνι του, χαμογελώντας ακίνητο, ισορροπώντας σε ένα κατάστικτο πόδι.     



SYLVIA PLATH
"Ο κυρ-Πανικός και η Βίβλος των Ονείρων, και άλλες ιστορίες"




ph. by Shannon Hreha






Fedra V.



Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

κάτι να υπολείπεται...







ΗΡΘΕ για να μιλήσει ένα ιδιωτικό λόγο που να ανήκει. Σαν από φωνές πουλιών και ήχους του δάσους. Να ειπωθεί παρατεταμένος. Με δύσμορφα σύμφωνα ουρλιαχτά. Και ως επιστέγασμα. Ήθελε να είναι ιδιοκτήτης των λέξεων που με φιλευσπλαχνία, τις αφήνει να γράφονται από κάτω σαν μόνες τους. Και τις επιβλέπει. Και επιτρέπει ως δημιουργός τους να αρθούν υπεράνω του και να αναγγείλουν.

Μιλά τον προορισμένο από άλλους, τον καταδικασμένο, κοινόχρηστο λόγο. Της αδύνατης αναπνοής. Σημαδεμένος από τον ήλιο των λέξεων, θέλει με το έγκαυμά τους να προχωρήσει. Και να περάσει επάνω.
Γιατί λόγος είναι όταν οι λέξεις σε σκάβουν και μπορείς να αλλάξεις την ανθρώπινη σημασία τους. Και όταν η σιωπή δείχνει φως, όπως σε εκείνη την παλιά γυναίκα που μύριζε άλυτα ποιήματα και προσπάθησε όχι να ενώσει.







Με τον πόνο που πονούν οι λέξεις θα τις χρήσει να λεηλατούν. Θέλει να τις απαλλάξει από το ατελέσφορό τους και ό,τι άλλο το όνομά τους προσδιορίζει ως μοίρα τετελεσμένη. Γι αυτό θα τις αφήσει να γράφονται. Οδηγημένες απ’ τον εαυτό τους – όμως κατ’ εντολήν του.
Αυτές οι νέες λέξεις είναι το μέλλον που θα προηγηθεί του ανθρώπου. Αυτού του νέου ανθρώπου που έρχεται από το τέλος του ανθρώπου. Και θα είναι αποκλειστικές σαν δέρμα. Να εξαγγείλουν την έλευσή τους μαζί, με τον τρόπο που κάνουν οι κήρυκες.

Οικειώθηκε το άρρητο γιατί ορκίστηκε σε άγνωστο χρέος και τον τραβά. Δεν έχω άλλο κόσμο, είπε. Και ήταν αμίλητος. Επειδή είχαν μιληθεί όλα μέσα του με μια ευκολία που περίσσευε. Και ήταν λυπημένος επειδή ήθελε να γράψει τον εαυτό του, αλλά όχι με τα γερασμένα μέσα των άλλων.
Σχεδόν σφαγμένος από αξιοπρέπεια. Να περιμένει τις λέξεις να τον φιλήσουν και ποτέ. Ποτέ άλλοτε τέτοια ζωή δεν είχε πάρει το μελανό χρώμα των λέξεων. Που σαν φακίδες είχαν στολίσει το πρόσωπό του. Και ήταν σημαίες ερημικές που βασίλευαν πια και έλεγαν τίποτε.







Τέτοια όχι ζωή ήθελε να αντικαταστήσει. Τέτοιες όχι λέξεις χωρίς αίμα να τελειώσουν να σημαίνουν αυτά που έχει να πει. Και είναι τίποτε γιατί μόνον από το τίποτε γίνεται να γεννηθεί το όλον.

Άνοιξε το παράθυρο να φυσήξει τις νέες λέξεις να κρυώσουν και να κολλήσουν επάνω του. Καταιγισμένος. Επειδή εχθρός του ανθρώπου και του προορισμού του ανθρώπου είναι ο λόγος που δεν ανήκει. Από κάτω σαν ξηλωμένα κουμπιά οι παλιές, όχι ακόμη, έλεγαν, και ήταν από φως μαραμένες. Σαν καμένες φωτογραφίες αυτού που παρήλθε.
Με αυτές τις κρεμαστές λέξεις θα βάλει στον κόσμο μια αρχή. Να μπει από κάτω με όλο εκείνο το βάθος που βλέπει. Και να δει το κενό που άφησε το νόημα φεύγοντας.
Σαν καθαρισμένο από τη χρήση. Άσπαστο και ευοίωνο να κυλάει προς μια άγνωστη ευτυχία.

Με ό,τι υπολείπεται.



ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
από το βιβλίο “Πιο νύχτα δεν γίνεται”






Fedra V.





Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Carmen







“Όποιος έχει παίξει τ' άστρα μες τα χέρια του, δύσκολα γυρνάει στις γυάλινες χάντρες...”


"Carmen" του Prosper Merimee




Η Carmen είναι αερικό... όμορφη, ακατέργαστη, σκοτεινή και φωτεινή συγχρόνως. Αισθησιακή, άπιστη, λειτουργεί με το ένστικτο. 
Σύμβολο αποπλάνησης. 
Αυτή διαλέγει απ' όσους την κυνηγούν. Πετώντας ένα λουλούδι, λέει: "Εσύ".



Ο έρωτας είναι ανυπότακτο πουλί
Που δεν το ημέρεψε κανείς
Είναι μάταιο να το φωνάζουμε
Αν το βολεύει να αρνηθεί
Τίποτα δεν του κάνει, απειλή ή παράκληση.

Ο ένας μιλάει καλά, ο άλλος σιωπά
Και είναι ο άλλος αυτός που προτιμώ
Δεν είπε τίποτα όμως μ' αρέσει.




Η Carmen εισβάλλει στη σκηνή σαν αγρίμι, σε μια μοναδική έκρηξη αισθησιασμού, χορεύοντας και τραγουδώντας: 

"Αν δεν με αγαπάς, σε αγαπώ! Και αν σε αγαπώ, φυλάξου από εμένα!".


Και ο Don Jose στέκεται απέναντί της εκστατικός, μετατρέπεται σε κλάσματα δευτερολέπτου σε έναν άντρα απόλυτα ερωτευμένο, παραδίνεται.






"Ελάτε, ελάτε τώρα! Το βλέπετε πως είμαι τσιγγάνα. Θέλετε να σας πω τη μοίρα σας; Ακούσατε να μιλάνε για την Carmencita; Ε, εγώ είμαι". 

Έτσι απλά του συστήθηκε. 
Και εκείνος βρέθηκε έξαφνα μπροστά σε "μια ομορφιά παράδοξη και άγρια, μια μορφή που ξένιζε αρχικά, μα που έμενε αλησμόνητη. Τα μάτια της ιδίως είχαν μια έκφραση ταυτόχρονα φιλήδονη και ανήμερη, που από τότε δεν ξαναείδα σε κανένα βλέμμα ανθρώπινο".





Σεβίλη του 1800... Η συνάντηση της απόλυτης γυναίκας και του άντρα που εκμηδενίζεται κάτω από την ανελέητη δύναμη της θηλυκότητάς της. 

Ο Don Jose παρασύρεται από τη σαγήνη της Carmen, της αμαρτωλής, της ραδιούργας και προκλητικής και ελευθερίων ηθών, για τα δεδομένα της εποχής της, τσιγγάνας που ζει έξω από οποιοδήποτε πλαίσιο κανόνων, πολιτιστικών ή ηθικών... παρασύρεται σε ένα κόσμο άπιαστο από ένα πλάσμα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που είχε συναντήσει ως τότε. Καταλαβαίνοντας, ενόσω εκείνη του έριχνε τα χαρτιά, ότι "δεν ήταν ούτε κατ' ιδέαν μάγισσα". Και η γυναίκα τού φέρεται σχεδόν σαν επαγγελματίας χαρτορίχτρα, χωρίς να διστάζει να του ρίχνει βλέμματα "βαθύτατης περιφρόνησης" όταν εκείνος δεν παίζει το παιχνίδι με τους δικούς της όρους.



Ο έρωτας, ο έρωτας...

Ο έρωτας, είναι παιδί τσιγγάνων 
Ποτέ μα ποτέ δεν γνώρισε νόμους

Δεν μ αγαπάς, μα τότε σ αγαπώ
Κι αν σ αγαπώ να φυλαχτείς.







Ο έρωτας, ο ερωτισμός και ο θάνατος, οι τρεις βασικές συνιστώσες της νουβέλας του Prosper Merimee. 
Έρωτας φθονερός, πέρα από ορθολογισμούς, έρωτας που σε ξεγυμνώνει και ξεριζώνει τα δεδομένα, ο έρωτας της Carmen και του Don Jose στην όπερα Carmen του Bizet.

Τελικά, ο έρωτας εμπεριέχει την κτητικότητα, ο έρωτας είναι φθονερός; 
Ο έρωτας είναι παράφορος και θέλει να "διαλύσει" ό,τι δεν μπορεί να συλλάβει και ελέγξει. Γι αυτό και είναι βραχύβιος. Δύσκολο να αντέξει κανείς στη σφοδρότητά του. Γι αυτό και είναι αιωνία του η μνήμη. Δύσκολο να βιωθεί κατά συρροήν και επανάληψιν.


Το πουλί που νόμιζες πως έχεις φυλακίσει,
Χτύπησε τα φτερά του και πέταξε μακριά
Ο έρωτας είναι μακριά, μπορείς να τον περιμένεις,
Κι όταν πια δεν ελπίζεις, είναι εδώ
Τριγύρω σου, γρήγορα γρήγορα 
Έρχεται, φεύγει, μετά ξανάρχεται
Νομίζεις πως τον κρατάς, μα σου ξεφεύγει,
Του ξέφυγες, νομίζεις, μα σε κρατά.



Στην κατάληξη αυτής της "πιο ισπανικής" όπερας του γαλλικού ρεπερτορίου, σε κλίμα ιβηρικό, στο πλαίσιο μιας ταυρομαχίας, η Carmen θα απαρνηθεί τον Don Jose, θα του πετάξει στο πρόσωπο το δαχτυλίδι που κάποτε της είχε χαρίσει. Και τότε, ο αγαπημένος θα γίνει θύτης, ο εραστής θα γίνει φονιάς. Ο Don Jose μαχαιρώνει την αγαπημένη του στην καρδιά την ώρα που το πλήθος πανηγυρίζει τη νίκη του Escamillo (θαυμαστή της Carmen και "ανταγωνιστή" του Don Jose) που θανατώνει τον ταύρο. 

Θάνατος και γιορτή... Ένα τέλος σκληρό, βάρβαρο, αλλά ένα τέλος δίκαιο.





"Τη χτύπησα δύο φορές. Έπεσε στο δεύτερο χτύπημα χωρίς να φωνάξει. Μου φαίνεται πως βλέπω ακόμα το μεγάλο μαύρο μάτι της να με κοιτάζει ακίνητο. Ύστερα θόλωσε κι έκλεισε. Έμεινα εκμηδενισμένος για μια ώρα μπροστά στο πτώμα": το τέλος της νουβέλας του Merimee.

"Μπορείτε να με συλλάβετε… εγώ τη σκότωσα. Την Carmen, τη λατρεμένη μου Carmen"... : το φινάλε της όπερας του Bizet. 

Το τέλος του έρωτα και της ελευθερίας. 







Αυτή η ιστορία έρωτα και θανάτου γράφτηκε από τον Prosper Merimee το 1845 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Revue des deux Mondes. Πιθανότατα ο συγγραφέας έχει δεχθεί κάποιες επιρροές από το ποίημα του Pushkin "Οι Τσιγγάνοι" (1824), ένα έργο που ο Merimee είχε μεταφράσει στη γαλλική. 
Ο Merimee που είχε ταξιδέψει πολύ στην Ισπανία ισχυριζόταν ότι οι πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα υπαρκτά.

***

Όπερα του Georges Bizet που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην πρώτη παγκόσμια παρουσίασή της στην Opera Comique του Παρισιού στις 3 Μαρτίου του 1875 λόγω της τολμηρότητας με την οποία διαπραγματευόταν τον ελεύθερο έρωτα, η "Carmen" κατέκτησε στη συνέχεια μοναδική θέση στην ιστορία του λυρικού μελοδράματος και στις καρδιές των θεατών. Την πρεμιέρα παρακολούθησαν πολλές από τις κυριότερες μορφές της μουσικής στο Παρίσι, όπως οι Massenet, Offenbach, Delibes και Gounod.

***

Ο  Harold Schonberg παρομοιάζει την Carmen με ένα "θηλυκό Don Giovanni": "Θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να μην είναι ο εαυτός της".

***

Ο Αμερικανός κριτικός-μουσικολόγος Hugh Macdonald παρατηρεί ότι "η γαλλική όπερα ποτέ δεν δημιούργησε μια γυναίκα τόσο "μοιραία" όσο η Carmen", παρότι ίσως επέδρασε πάνω σε μερικές από τις ηρωίδες του Jules Massenet. "Οι μελωδίες του Bizet θα κρατήσουν τη μουσική της Carmen ζωντανή στην αιωνιότητα και η θέση της ως δημοφιλούς κλασικού έργου δεν έχει συναγωνισμό από καμιά άλλη γαλλική όπερα".

***

"Η Carmen– είναι ένας μύθος που διαρκεί και μια πρόταση ζωής που δεν ξεχάστηκε, κι ας τη θάψαν κάτω απ' τα ταμπού και τις ποικίλες απαγορεύσεις, που θέτουν σε διαρκή διωγμό το συναίσθημα και, κυρίως, το ακόμα πιο επίφοβο ένστικτο. Δεν είναι τυχαίο που ο Νίτσε πρότεινε αυτήν ακριβώς τη λαϊκή όπερα σαν το "σωστό αντίδοτο" στο βαγκνερισμό, την εποχή που, χολωμένος απ' τη ρήξη του με το μεγάλο φίλο του τον Βάγκνερ, προσπαθούσε να αποκαταστήσει τη χαμένη αξιοπρέπεια του Διονύσου που φαινόταν κατά κράτος νικημένος απ' τον Απόλλωνα. Η  Carmen είναι, πράγματι, μια όπερα –κι ένας μύθος– κατ' εξοχήν διονυσιακή."

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

***


Σήμερα η ηρωίδα των Merimee - Bizet είναι το σύμβολο του ανθρώπου ο οποίος το μόνο που επιθυμεί είναι να ζήσει χωρίς περιορισμούς, χωρίς απαγορεύσεις, ελεύθερος σαν το "oiseau rebelle" της Habanera. Είναι ο άνθρωπος που πληρώνει γενναία το κόστος των επιλογών του, όταν στον αγώνα του για να κατακτήσει αυτή την ελευθερία θυσιάζει την ίδια τη ζωή του.




L’amour est un oiseau rebelle 
Que nul ne peut apprivoiser, 
Et c’est bien in vain qu’on l’appelle 
S’il lui convient de refuser. 
Rien n’y fait, menace ou prière.
L’un parle bien, l’autre se tait.
Et c’est l’autre que je préfère.
Il n’a rien dit mais il me plait.

L’amour! L’amour! L’amour! L’amour!

L’amour est enfant de Bohême,
Il n’a jamais jamais connu de loi.
Si tou ne m’aimes pas, je t’aime.
Si je t’aime, prends garde à toi!

Si tou ne m’aimes pas, si tou ne m’aimes pas, je t’aime,
Mais si je t’aime, si je t’aime, prends garde à toi!

L’oiseau que tu croyais surprendere
Battit d’aile et s’envola.
L’amour est loin, tu peux l’attendre.
Tu ne l’attends pas, il est là.

Tout atour de toi, vite vite,
Il vient, s’en va, puis il revient.
Tu crois le tenir, il t’evite.
Tu crois l’eviter, il te tient.

L’amour! L’amour! L’amour! L’amour!

L’amour est enfant de Bohême,
Il n’a jamais jamais connu de loi.
Si tou ne m’aimes pas, je t’aime.
Si je t’aime, prends garde à toi!

Si tou ne m’aimes pas, si tou ne m’aimes pas, je t’aime,
Mais si je t’aime, si je t’aime, prends garde à toi!












πηγές : 

"ΚΑΡΜΕΝ", Προσπέρ Μεριμέ (εκδ. Γαλαξίας, μτφ Νίκου Φωκά)
ΤΟ ΒΗΜΑ, Τέχνη
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, Λεξικό Ταινιών τ. Β' (Αιγόκερως 2003)
ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, ΕΘΝΟΣ 17-2-1985
ΚΟΣΜΑΣ ΒΙΔΟΣ 1999
wikipedia




Fedra V.



Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

το βλέμμα του λύκου










Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό. Ήταν αβυσσαλέο και απελπιστικά λυπημένο. Το περιεχόμενο του ήταν κατά κάποιο τρόπο μία ήρεμη και σίγουρη απελπισία που είχε αποκτήσει μία συνηθισμένη μορφή. 

Με την απελπισμένη λάμψη του φώτιζε όχι μόνο το πρόσωπο του  ματαιόδοξου ομιλητή ούτε ειρωνευόταν και καταδίκαζε μόνο την κατάσταση της στιγμής, την προσδοκία και την διάθεση του κοινού, τον κάπως προκλητικό τίτλο της ομιλίας, αλλά και το βλέμμα εκείνο του Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας, όλα τα περίεργα και φανταχτερά καμώματα μας, όλες τις προσπάθειες, ολόκληρη την ματαιοδοξία, ολόκληρο το επιφανειακο παιχνίδι μια φαντασμένης και ρηχής πραγματικότητας. 

Και δυστυχώς, το βλέμμα εκείνο προχωρούσε πιο βαθιά, πήγαινε πιο μακριά και όχι μόνο στα ελαττώματα και τον απελπισμό του καιρού μας, της πνευματικότητας μας και του πολιτισμού μας. Πήγαινε ως το βάθος της καρδιάς ολόκληρης της ανθρωπότητας, μιλούσε πειστικά και φανέρωνε σε μία μόνη στιγμή ολόκληρη την αμφιβολία ενός στοχαστή ίσως ενός ειδικού γνώστη της αξιοπρέπειας και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής γενικά. 

Το βλέμμα του έλεγε: "Κοίταξε τι πίθηκοι είμαστε! Κοίταξε τι είναι ο άνθρωπος!"

Έτσι η δόξα, η εξυπνάδα, τα προτερήματα του πνεύματος, όλοι οι δρόμοι προς την ανύψωση, μεγαλεία και ανθρώπινος χρόνος γινόταν ένα παιχνίδι πιθήκων! 

Στο διάστημα εκείνο διαρκώς σκεφτόμουν πως η αρρώστια του δεν προερχόταν από κανένα φυσικό ελάττωμα,αλλά αντίθετα από τον πλούσιο και προικισμένο εσωτερικό του κόσμο που δεν εναρμονιζόταν προς το εξωτερικό περιβάλλον. 

Κατάλαβα πως ήταν μία μεγαλοφυία του πάθους. 
Είχε σύμφωνα με μερικές σοφές παρατηρήσεις του Νίτσε, μέσα του μία μεγαλοφυή, απεριόριστη και φοβερή ικανότητα για τον πόνο. 

Συνάμα συνειδητοποίησα πως η βάση της απαισιοδοξίας του δεν ήταν η περιφρονητική στάση του προς τον κόσμο αλλά η αυτοπεριφρόνηση. Γιατί ενώ μιλούσε αμείλιχτα και επιθετικά για θεσμούς και πρόσωπα, πάντοτε τα πρώτα βέλη τα έριχνε εναντίον του εαυτού του. Μισούσε και αρνιόταν πρώτο τον εαυτό του…   



απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Λύκος της Στέπας" του Hermann Hesse



Fedra V.




Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

φόβος







"Ο φόβος είναι παντού. Ακόμα και σ’ αυτό το δωμάτιο που σας μιλάω τώρα. Ο καθένας μας σ’ αυτή την αίθουσα, αυτή την στιγμή φοβάται κάτι. Μηδέ εμού εξαιρουμένου. Ο φόβος είναι μια έντονη, συναισθηματικά ριζωμένη κατάσταση που συνοδεύει τη συνειδητοποίηση ενός άλλοτε αληθινού, άλλοτε φανταστικού κινδύνου ή μιας απειλής. Ο φόβος είναι η βασική μας αίσθηση. Αλλά και ένα από τα βασικά εργαλεία για τη δουλειά μας. Βρίσκεται στην καρδιά στρατηγικών, αποφάσεων, προσφορών, πρωτοβουλιών και τρόπων επικοινωνίας που μας απασχολούν καθημερινά. Ο φόβος, θα υπερθεμάτιζα, βρίσκεται στην καρδιά της δουλειάς μας. Ίσως και να είναι η ίδια η δουλειά μας. Ο φόβος πάει με το προϊόν. Ο φόβος είναι προϊόν.


Ως προϊόν, ο φόβος έχει μια ιδιαιτερότητα: πρέπει να πουλήσει αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ανοιχτά. Δεν θα τον επικαλεστείς ολόκληρο. Έτσι κι αλλιώς βέβαια ο φόβος δεν είναι ένας. Υπάρχουν οι Μεγάλοι Φόβοι: οι επιδημίες, οι επικείμενες καταστροφές, οι κρίσεις, αλλά υπάρχουν και οι καθημερινοί φόβοι. Αυτοί είναι και οι πιο ενδιαφέροντες για μας μια και είναι λανθάνοντες. Εκφράζονται υπόγεια. Αόρατοι. Στο κάτω μέρος του παγόβουνου. Δεν είναι τόσο συνειδητοποιημένοι, μπορεί να μοιάζουν κοινότοποι και ανεδαφικοί. Όμως, αυτοί οι μικροί φόβοι είναι που εξηγούν και ερμηνεύουν τις συμπεριφορές μας. Οφείλουμε λοιπόν να τους αναλύουμε, να τους μελετάμε, να τους έχουμε στην ατζέντα.


Φυσικά, ο πιο οργανωμένος φόβος στις κοινωνίες μας είναι ο φόβος του θανάτου. Με την εξέλιξη της επιστήμης, ο θάνατος έχει εξοστρακιστεί από τα σπίτια μας κι έχει μεταφερθεί στα νοσοκομεία. Ωστόσο επιστρέφει μαζικά σαν εικόνα από ένα σωρό μίντια. Τον επιστρέφουμε κι εμείς, θέλοντας και μη. Η τάση μας, ως άνθρωποι, είναι αυτό το φόβο να τον σπρώξουμε όσο γίνεται πιο βαθιά, όσο πιο μακριά στο μέλλον. Η αποστολή μας ως διαφημιστές είναι να προωθήσουμε προϊόντα, μεθόδους, εφευρέσεις, ιδέες, που να τον απομακρύνουν από την καθημερινή ζωή μας. Κανείς δεν πουλάει κάτι στον άλλον για να πεθάνει καλύτερα. Κι αν το κάνει, δεν θα το πει ποτέ. Καταλαβαίνετε ότι η λέξη - κλειδί είναι μία: πρόληψη.


Ένα πασίγνωστο παράδειγμα. Το φαγητό. Ακόμα και το φαγητό είναι ένας τρόπος με τον όποιο ο θάνατος εισέρχεται στο σώμα . Πόσες καμπάνιες έχουμε για υγιεινή διατροφή; Η διαφήμιση δε μιλάει πια για τη γεύση ενός φαγητού αλλά για τις ευεργετικές επιρροές που δημιουργούν στο σώμα μας τα στοιχεία που περιέχει. Είμαστε ένα διατροφικό εργοστάσιο άμυνας εναντίον του θανάτου. Εναντίον της φθοράς. Προτείνουμε ουσίες, που η κύρια δράση τους είναι να στείλουν αυτό το φόβο όσο το δυνατόν πιο μακριά.



Ένας δεύτερος βασικός φόβος, εξίσου κοινότοπος, είναι η μοναξιά. Δεν είναι ασύνδετος με τον προηγούμενο. Η παρατεταμένη εφηβεία, η διάλυση της οικογένειας και η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης δημιουργούν πρόσθετο χρόνο. Δεν ενέχει μόνο χαρά αυτός ο bonus χρόνος. Ενέχει και φόβο, φόβο να μη μείνεις μόνος, φόβο να μην εγκαταλειφθείς, και εντέλει, φόβο μην πεθάνεις μόνος." 


απόσπασμα από το βιβλίο "Χαμαιλέοντες" του ΑΛΕΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ





Fedra V.



Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

συνάντηση...







Α, φίλε μου, η μεγαλύτερη ατέλεια του ανθρώπου είναι το πώς έχει ανάγκη από μάσα. Λες και τούδωκε ο Θεός τούτο το εμπόδιο για νάναι σίγουρος πως θα κρατήσει για πάντα μακριά του τον άνθρωπο. 

Νάσαι βουτηγμένος νύχτα μέρα μέσα σε μιαν ιδέα μεγάλη, νάσαι έτοιμος να τηνε πιάσεις, και την τελευταία στιγμή να σου ξεφεύγει από τα χέρια και να πελαγοδρομεί στα σύννεφα, σαν πουλί που λευτερώνει το κορμί του και πας να το κρατήσεις από την ουρά. Γιατί; Γιατί σε κόβει η λόρδα, γιατί η πείνα σού ζαλίζει το μυαλό. Και κάθε μεσημέρι ζεις την τραγωδία του Τάνταλου.

Αυτή η καθημερινή ανάγκη της τροφής μού είχε γίνει εφιάλτης. Δεν μπορούσα πια να τη βαστάξω. M' από την άλλη μεριά πεισμάτωνα. "Θα τη νικήσω", έλεγα, ίσα-ίσα για να σπάσω το εμπόδιο του Θεού και να φτάσω σιμά του και να του γυρέψω το λόγο και να του πω. "Γιατί τάχαντες φοβάσαι τόσο τον άνθρωπο; και γιατί τόνε βασανίζεις για να φυλαχτείς; Να που και τούτο δε φελά σε τίποτε. Να που μπόρεσα να φτάσω μέχρι κοντά σου. Παραιτήσου λοιπόν και δώσε τη λύτρωση στον άνθρωπο."

Έτσι που λες, έφτασα στην αλητεία. Και τότες άρχισα να γυρνάω στους δρόμους και να ξεκόβω από τους ανθρώπους. Μα όσο ξέκοβα από δαύτους, όσο όλοι τούτοι μού φαινόντουσαν καθεμέρα και πιο αλλιώτικοι και πιο ξένοι και πιο μακρινοί, τόσο άρχισα να γνωρίζουμαι με τα σκυλιά, να μαθαίνω τη ζωή τους, τη γλώσσα τους και τον τρόπο που είχανε να τα φέρνουν βόλτα.

Μια νύχτα σ' ένα σταυροδρόμι ερημικό που φωτιζότανε ασθενικά από το φεγγάρι, έγειρα δίπλα σ' ένα σκυλί. Και τότες πιάσαμε κουβέντα και τούπα τα βάσανα μου και τα σχέδια μου. 
Ήταν το πρώτο ζωντανό που μάθαινε το μυστικό μου. Το δεύτερο είσαι συ. Όχι, το τρίτο. Το δεύτερο ήταν ο άνθρωπος της μπαράγκας όξω από το Άργος. Ας είναι. 

Λοιπόν το σκυλί αφού μ' άκουγε ώρες με κάποια αδιαφορία, που πιο πολύ ήτανε δυσπιστία, στο τέλος μαλάκωσε. Έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος μου, το φαρδύ κρεμασμένο του αυτί μού χάιδεψε με τη ζέστα του το μάγουλο μου, και με κοίταξε στα μάτια. Α πόση συγκίνηση και πόση αφοσίωση έκλεινε το βλέμμα του εκείνο. Πόσο κουράγιο μούδωσε, πόσο μαλάκωσε απ' αγάπη την καρδιά μου. Ξέχασα την πείνα και του χάιδεψα το κεφάλι. 

Και τότες μούπε το σκυλί. 

"Βλέπεις το φεγγάρι; Ξέρεις για ποιους στέλνει το φως του; Για τα σκυλιά και για τους αλήτες. Εκεί πάνω είναι η μεγάλη μας προστάτισα η Εκάτη.Αυτή φροντίζει για όσους σέρνουνται τις νύχτες στα σταυροδρόμια, σαν κι' εμάς. Το φως που στέλνει δεν έχει τη δύναμη του Ήλιου. Και τούτο ξεπίτηδες. Για να μας βοηθάει καλλίτερα. Μια φορά το μήνα το δυναμώνει. Τότες που λένε οι άνθρωποι πως είναι πανσέληνος. Ξέρεις γιατί το δυναμώνει;"

" Όχι", του αποκρίθηκα. 

"Είναι γιατί κατεβαίνει στη γης για να δει μονάχη της σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε. Κι εκείνη τη νύχτα κάνει για μας τις πιο μεγάλες καλοσύνες. Μια τέτοια νύχτα πρέπει να τηνε γνωρίσεις."




Από το διήγημα του ΑΓΓΕΛΟΥ ΔΟΞΑ "Συνέντευξη με το Θεό"
Συλλογή "Ο Πλανήτης Σκοτεινιάζει"
Εκδ. Οίκος Σπ.Γρίβα, 1946





Fedra V.



Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

the tempest









Prospero:

Our revels now are ended. These our actors,
As I foretold you, were all spirits, and
Are melted into air, into thin air:
And like the baseless fabric of this vision,
The cloud-capp'd tow'rs, the gorgeous palaces,
The solemn temples, the great globe itself,
Yea, all which it inherit, shall dissolve,
And, like this insubstantial pageant faded,
Leave not a rack behind. We are such stuff
As dreams are made on; and our little life
Is rounded with a sleep.


from "The Tempest" Act 4, scene 1, 148–158



Fedra V.