Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

το παραμύθι της χαράς







(Μια πανέμορφη τριανταφυλλιά κι ένα δύσμορφο τέρας κάτω από το δέντρο του ήλιου)

Τριανταφυλλιά: Θα μπορούσες να γράψεις κάτι για μένα;
Τέρας: Ό,τι θες, τριανταφυλλιά μου...
Τριανταφυλλιά: Θα ήθελα κάτι το εύθυμο.
Τέρας: Μα δεν ξέρω αν...
Τριανταφυλλιά: Εσύ; Μα γράφεις τόσο όμορφα!
Τέρας: Δεν ξέρω να γράφω αλλιώς... Δεν κάνω καμιά προσπάθεια... Απλώς καταγράφω τις σκέψεις μου...
Τριανταφυλλιά: Τόσο όμορφες σκέψεις σ' ένα τόσο...
Τέρας: ...άσχημο κορμί...
Τριανταφυλλιά: Μην το λες αυτό… Αφού ξέρεις πόσο...
Τέρας: Ναι, ξέρω… Όμως είναι η αλήθεια...
Τριανταφυλλιά: Μην πιστεύεις στην αλήθεια… Κοίτα μόνο την ομορφιά.
Τέρας: (κοιτάζοντάς την) Μόνο αυτήν κοιτάζω...
Τριανταφυλλιά: Λοιπόν :
Τέρας: Θέλεις κάποιο θέμα;
Τριανταφυλλιά: Δε μ' ενδιαφέρει το θέμα, σημασία έχει να είναι εύθυμο.
Τέρας: Καλώς...
Τριανταφυλλιά: Σκέφτηκες ήδη κάτι;
Τέρας: Νομίζω πως ναι...
Τριανταφυλλιά: Πες μου, πες μου...
Τέρας: Ντρέπομαι...
Τριανταφυλλιά: Μα γιατί;
Τέρας: Διότι σ' αυτήν την ιστορία είμαι όμορφος...
Τριανταφυλλιά: Θα είναι σίγουρα εύθυμη εφόσον η αρχή είναι αστεία!
Τέρας: Τότε άκου την ιστορία μου... Καθόμουν κάτω από ένα δέντρο...
Τριανταφυλλιά: (δείχνει το δέντρο) Σαν αυτό;
Τέρας: Ναι, ακριβώς το ίδιο! (κάθεται κάτω από το δέντρο.) Καθόμουν έτσι λοιπόν... Ήμουν σιωπηλός σαν το βράχο και ξαφνικά άκουσα παιδιά να φωνάζουν. Έπαιζαν μαζί κι ήταν χαρούμενα ώσπου να με δουν...
Τριανταφυλλιά: Τι έγινε εκείνη τη στιγμή;
Τέρας: Η ομορφιά μου τους προκάλεσε...
Τριανταφυλλιά: Αυτό είναι πραγματικά απίστευτο!
Τέρας: Κι όμως ζήλεψαν τα ρούχα μου κι άρχισαν να τα σχίζουν. Τα έβλεπα που γελούσαν και χαιρόταν η ψυχή μου. Στο τέλος ήμουν γυμνός σαν τον ήλιο...
Τριανταφυλλιά: Τι κρίμα που δεν είδα αυτή τη σκηνή! Και τι έγινε μετά;
Τέρας: Το κορμί μου τράβηξε την προσοχή τους... Δεν άντεχαν τόση ομορφιά!
Τριανταφυλλιά: Αυτό δε μου συνέβη ποτέ... Και τι έκαναν;
Τέρας: Άρχισαν να μου πετούν πέτρες...
Τριανταφυλλιά: Τα παιδιά;
Τέρας: Τα παιδιά δεν ξέρουν...
Τριανταφυλλιά: Σωστά! Εσύ όμως δε μιλούσες;
Τέρας: Όχι, ήθελα να το χαρούν... Πρώτα μάτωσαν τον ήλιο όμως ακόμα και λαβωμένος ήταν όμορφος. Σταμάτησαν να πετούν τις πέτρες μόνο όταν έγινε γαλάζιος και έπεσε.
Τριανταφυλλιά: Δεν πόνεσες;
Τέρας: Οι ήρωες των παραμυθιών δεν πονούν!
Τριανταφυλλιά: (γελώντας) Για μια στιγμή ξέχασα ότι ήταν παραμύθι...
Τέρας: Με τα λόγια ξέχασες την ασχήμια μου...
Τριανταφυλλιά: Έχεις δίκιο είμαι κουτή… Συνέχισε το παραμύθι σου...
Τέρας: Τα παιδιά έφυγαν χαρούμενα... Είχαν αφήσει πίσω τους τα γαλάζιο ήλιο, τη σπασμένη ομορφιά κάτω από το δέντρο που λύγισε πάνω μου.
Τριανταφυλλιά: Δεν ήξερα πόσο στοίχιζε η χαρά...
Τέρας: Κανείς δεν ξέρει γι' αυτό την αναζητά!
Τριανταφυλλιά: Εγώ σου ζήτησα τη χαρά και μου έδωσες την ανθρωπιά.

Τέρας: Οι άνθρωποι δεν άφησαν τίποτα άλλο στα τέρατα... Συγγνώμη, Τριανταφυλλιά μου...


Ν. ΛΥΓΕΡΟΣ



artwork by Michael Cheval




Fedra V.



Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

Η ιστορία του Πρίγκιπα








Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό Παλάτι, κρυμμένο μέσα σ’ ένα Δάσος που είχες περπατήσει πριν πολλά χρόνια, ζούσε ένας Πρίγκιπας. Ο πατέρας του, ο Βασιλιάς, τον αγαπούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, και το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσε να προσφέρει στον γιο του ήταν το ίδιο τους το σπίτι: Κάθε πίνακας, πολυέλαιος και καθρέφτης στο παλάτι, κάθε χαλί ή πιάτο, κάθε εκατοστό του παλατιού τέλος πάντων, είχε επιλεχθεί από τον Πρίγκιπα, για τον Πρίγκιπα, για την παντοτινή ευτυχία του Πρίγκιπα.

Τα μεσημέρια, αφού ο κληρονόμος είχε φάει, είχε περπατήσει στους διαδρόμους θαυμάζοντας τα σπάνια έργα Τέχνης και είχε εξασκηθεί στη ξιφασκία (άθλημα το οποίο λάτρευε αρκεί να μη χρειαζόταν ποτέ να κόψει αληθινό λαιμό), το Δάσος γύρω από το βασίλειο υποδεχόταν τον νεαρό μας ήρωα, ο οποίος επιτύγχανε να χαθεί ανάμεσα στα σοφά δέντρα. Άκουγε τα αγγέλματα της φύσης όπως τα έφερναν τ’ ακούσματα της, γνώριζε τον εαυτό του στο άρωμα της γης, και ο ουρανός του ορκιζόταν πως σε κάθε κλαρί, πέτρα, λίμνη που ο ήλιος βαφτίζει, υπάρχει ασύλληπτη χαρά.

Όταν οι πρώτες σκιές σκαρφάλωναν στον ουρανό, ο Πρίγκιπας ήξερε πως έπρεπε να βρει τον δρόμο του πίσω στο Παλάτι. Ο Βασιλιάς τού είχε απαγορέψει να περιπλανιέται στο Δάσος τη νύχτα και ο υπάκουος εξερευνητής είχε μάθει ν’ αποφεύγει το σούρουπο, παραμένοντας στους φωτισμένους χώρους του Παλατιού μέχρι οι πρώτες ηλιαχτίδες να ζεστάνουν ξανά τη ζωή.

Η εντολή αυτή ήταν ντυμένη με προστασία απέναντι σε οποιονδήποτε κίνδυνο θα μπορούσε να απειλήσει το μονάκριβο παιδί του πονόψυχου ηγέτη. Όπως όλοι οι κανόνες, έτσι κι ο συγκεκριμένος στηριζόταν σε έναν απλό μάθημα που είχε περάσει από πατέρα σε γιο: Το Σκοτάδι είναι κάτι επικίνδυνο, κάτι τρομερό, που μεταμορφώνει πρίγκιπες σε τελώνια, καταραμένα να βασανίζουν εαυτό και άλλους μέχρι το φεγγάρι να γίνει πάλι ήλιος.

Ο Πρίγκιπας λοιπόν συνέχιζε τις περιπέτειες του στην αγαλλίαση της ημέρας.

Για εβδομάδες.

Για μήνες.

Για έτη.

Για δεκαετίες.

Οι ακτίνες έκαιγαν ξανά και ξανά το κρανίο του ήρωα, δίχως το δέρμα του ν’ ανακουφίζεται από την επουλωτική δροσιά της νύχτας. Το Φως τον τύφλωνε ενώ μπορούσε να δει˙ ήταν πολύ το Φως, πάρα πολύ, και ήταν το μόνο που του επιτρεπόταν να ανακαλύψει στις περιπέτειες του.

Μέχρι που το τέκνο του Βασιλιά αρρώστησε. Η ασθένεια ήταν τόσο φρικιαστική που κανένας μάγος δεν μπορούσε να την εξοντώσει. Το φαρμάκι, βλέπεις, που δηλητηρίαζε τον Πρίγκιπα, δεν έτρεχε στο σώμα, αλλά στην ψυχή του. Κλείστηκε στην κάμαρα του, δίχως ούτε ένα κερί αναμμένο, βυθισμένος σε Σκοτάδι βαθύτερο κι από εκείνο του πιο τρομερού Δάσους, ενώ τα βράδια έμενε άγρυπνος προσπαθώντας να ξεχάσει τις σαγηνευτικές υποσχέσεις της νύχτας.

Ο πατέρας του πονούσε. Ορμούσε τα πρωινά και τραβούσε τις κουρτίνες, στέλνοντας τον ήλιο να εξαγνίσει το κρεβάτι όπου βρισκόταν ξαπλωμένος ο γιός του. Η απάντηση; Σπαραχτικές εκκλήσεις να καλυφθούν τα παράθυρα, να αγοραστούν νέες κουρτίνες, από πιο παχύ ύφασμα που θα κρατάνε το δωμάτιο δροσερό, που θα εμποδίζουν τη μέρα να μπει.

Ένα βράδυ, ο Πρίγκιπας κατάλαβε πως πέθαινε. Η ψυχή του ήταν ήδη νεκρή, οπότε το σώμα είχε αποφασίσει να την ακολουθήσει. Τα μάτια του ήταν σακουλιασμένα, αρρώσταινε κάθε δεύτερη εβδομάδα, η φωνή του είχε βραχνιάσει, κουραζόταν από την παραμικρή κίνηση. Ήταν ένας αργός θάνατος, όμως πέθαινε. Πέθαινε από γηρατειά ενώ ήταν νέος. Πέθαινε.

Εκείνο το βράδυ, οραματιζόμενος τις νύχτες που είχε χάσει, ονειρεύτηκε τις νύχτες που θα έχανε. Σηκώθηκε, έριξε τις βαριές κουρτίνες, έσπασε το παράθυρο. Σκαρφάλωσε προσεχτικά προς τον κήπο και στη συνέχεια έτρεξε πέρα από τις πύλες του Παλατιού, στο κατασκότεινο δάσος που τον προσκαλούσε.

Ξαφνικά τα διδάγματα του πατέρα επέστρεψαν στις σκέψεις του. Τα δέντρα είχαν μεταμορφωθεί σε ανθρωποειδή τέρατα που απειλούσαν να τον γδάρουν με τα κλαριά τους. Τα λουλούδια, σε κάθε άγγιγμα τους ενώ περνούσε ανάμεσα τους, απέδιδαν απύθμενο τρόμο. Για να μην ξεχάσουμε το χειρότερο απ’ όλα, το βασανιστήριο που έκανε τον φίλο μας να ψάχνει μάταια τον δρόμο της επιστροφής μέσα στον νυχτερινό λαβύρινθο˙ αναφέρομαι φυσικά στη σιωπή.

Ποτέ δεν είχε αφουγκραστεί τόση εκκωφαντική ησυχία. Παλιότερα οι ήχοι των πουλιών τον συνόδευαν πιστά στις πρωινές επιδρομές, ενώ τα βράδια τη θέση έπαιρναν οι συζητήσεις με τον πατέρα, τα γέλια, η μουσική. Και τον τελευταίο καιρό, σειρά είχαν τα ατελείωτα βήματα του, τα ακατανόητα μουρμουρητά του, οι κραυγές του.

Όχι πια. Όλες οι συνοδείες είχαν αποσυρθεί, τις είχε διώξει.

Ήταν μόνος.

Πρώτη φορά στη ζωή του ήταν μόνος με τέτοιον τρόπο. Θα έπρεπε να έχει ακροαστεί τη σιωπή νωρίτερα˙ είχε πολλά να του πει.

Τον στεναχώρησε η σκέψη. Άρχισε να κλαίει.

Ένα αεράκι φύσηξε σαν για παρηγοριά. Ίσως και να ήταν παρηγοριά.

Το αεράκι τον έπεισε ν’ ανοίξει τα μάτια.

Τον έπεισε να δει.

Τα δέντρα είχαν μεταμορφωθεί σε πυλώνες ναών που του υπόσχονταν Αλήθεια. Τα λουλούδια, σε κάθε άγγιγμα τους ενώ περνούσε ανάμεσα τους, έδιναν μικρά φιλιά.

Το Σκοτάδι τον είχε μεταφέρει σ’ ένα άλλο Δάσος, σ’ ένα άλλο Βασίλειο, σ’ έναν νέο κόσμο. Έναν κόσμο για τον οποίο δεν γνώριζε τίποτα. Ακόμα.

Θα επέλεγε τι τον συγκινεί. Θα επέλεγε τι τον απωθεί. Θα μάθαινε. Τόσο το πρωί με το Φως, όσο και τη νύχτα με το Σκοτάδι. Θα ζούσε όπως δεν έζησε ποτέ.

Θα ζούσε, γιατί είχε βρει ένα καινούργιο Φως εκεί που το αρνιόταν.

Θα ζούσε, γιατί είχε επιτέλους αναστηθεί.





ΑΛΕΞΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Απόσπασμα από το βιβλίο "Σκοτάδι"



artwork : MASAAKI SASAMOTO




Fedra V.



Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Σκιές...





Κάποτε πριν πολλά χρόνια ζούσε ένα αγόρι τόσο ευαίσθητο και καλόκαρδο που μια μάγισσα θύμωσε τόσο μαζί του που αποφάσισε να του στείλει τη νεράιδα του Σκότους για να το πάρει με το μέρος της.
Μια νύχτα που το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, πήγε η Μαύρη νεράιδα στο σπίτι του νέου. Σύρθηκε κρυφά μες τους ίσκιους και τρύπωσε στο δωμάτιό του. Το παλικάρι κοιμόταν ήσυχα και γαλήνια. Έβλεπε ένα όμορφο όνειρο και χαμογελούσε.
Η νεράιδα πλησίασε αθόρυβα, κοίταξε το γαλήνιο βλέμμα του και ζήλεψε που ένας θνητός μπορούσε να νοιώθει τόση ηρεμία την ώρα που κοιμόταν. Έβγαλε το μαύρο πουγκί που είχε πάντοτε κάτω από τον μεταξωτό της μανδύα, και του έριξε στο στόμα λίγες σταγόνες. Λίγες σταγόνες από το φίλτρο της Λησμονιάς. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της και έφυγε γελώντας.

Όταν ξύπνησε ο νέος το πρωί, δεν θυμόταν ποιος ήταν. Δεν θυμόταν τι ήταν. Βγήκε στο δρόμο, περιπλανιόταν σαν χαμένος, κοίταζε γύρω του σαν να έβλεπε τα πάντα για πρώτη φορά. Τότε πετάχτηκε μπροστά του η νεράιδα με τα μαύρα, του χαμογέλασε, και το χλωμό της πρόσωπο έλαμψε.
Πόσο όμορφη του φάνηκε! Ψιλόλιγνη και λυγερή με τα μεγάλα της μάτια να κοιτούν κατευθείαν στην ψυχή του. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό και το χαμόγελό της θλιμμένο, μα γι αυτόν είχε την λάμψη του Ήλιου.Ήταν το πιο όμορφο βλέμμα που είχε δει ποτέ! Σαν υπνωτισμένος την ακολούθησε. 
Ο κόσμος έβλεπε τον νέο να ακολουθεί τη μαυροφορεμένη γυναίκα χωρίς να κοιτάει τίποτα άλλο, χωρίς να ρίχνει ένα βλέμμα πουθενά αλλού, παρά μόνο στη μορφή που προχωρούσε εμπρός του κι απορούσε:

"Μα καλά, δεν βλέπει που πηγαίνει; Δεν καταλαβαίνει ότι ακολουθεί τη Μαύρη νεράιδα; Θα τον οδηγήσει στο χαμό του!"

Κανείς όμως δεν του έλεγε τίποτα. Κανείς δεν τον έπιασε από τους ώμους να τον συνεφέρει. Όλοι κοιτούσαν και λυπόνταν. 
Η ζωή συνεχίζεται, τι κι αν ένας ακόμα νέος έπεφτε στα αδηφάγα χέρια μιας Μαύρης νεράιδας.... Καλό θέμα συζήτησης, μα μέχρι εκεί. Ό,τι δεν μας αγγίζει, δεν μας αφορά. Μέχρι να μας αγγίξει...
Μόνο τότε ασχολούμαστε, μόνο τότε φωνάζουμε και διαμαρτυρόμαστε γιατί κανείς δεν είπε κάτι, γιατί κανείς δεν μας ξύπνησε από το λήθαργο... 
Ο νέος την ακολουθούσε ολόκληρη τη Μέρα. Ο Ήλιος άρχιζε την κάθοδό του κουρασμένος πια, όταν εκείνοι, έφτασαν σε μια λίμνη.
Ήταν μια όμορφη λίμνη γεμάτη με νούφαρα που επέπλεαν επάνω στα πράσινα νερά της. Καλαμιές σκέπαζαν τη μία της πλευρά, και θάμνοι θεόρατοι, την άλλη. Τα δένδρα ήταν ψηλά και έκρυβαν το φως του Ήλιου. Η υγρασία δημιουργούσε καπνό που αναδυόταν αργά προς τον ουρανό. Φωνές πουλιών και πετάγματα εντόμων δεν ακούγονταν πουθενά. Μια απίστευτη ησυχία πλανίοταν γύρω.
Εκεί σταμάτησε η νεράιδα. Γύρισε τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και του έγνεψε να πλησιάσει. Σαν να ξύπνησε από το λήθαργο ο νέος, κοίταξε τρομαγμένος γύρω του.

"Που είμαι;" ψέλλισε.
"Εδώ, μαζί μου..." του είπε η νεράιδα. "Εδώ είναι το σπίτι σου, μαζί μου."

Πέταξε το μανδύα και του έπιασε το χέρι.

"Έλα, έλα να βουτήξουμε στο νερό. Είναι δροσερά και όμορφα."

Θαμπώθηκε από την ομορφιά του κορμιού της. Ήταν σφιχτό και γεμάτο καμπύλες. Την ακολούθησε υπνωτισμένος. Βούτηξαν στα νερά κι άρχισαν να παίζουν. Έρχονταν όλο και πιο κοντά, οι ανάσες μπερδεύονταν, λαχάνιαζαν. Τα χάδια τους έγιναν πιο τρυφερά.
Η καρδιά του νέου άρχισε να χτυπά δυνατά.

"Πόσο τυχερός είμαι...." σκέφτηκε. Αλήθεια, πόσο μεγάλη τύχη ήταν να γνωρίσω ξαφνικά μια τόσο όμορφη γυναίκα....!"

Οι μέρες κυλούσαν με χάδια και φιλιά. Ο νέος ένοιωθε ευτυχισμένος εκεί. Μέσα στο συνεχές μισοσκόταδο ανακάλυπτε πράγματα που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ο καιρός όμως περνούσε, και η νεράιδα άρχισε να δυσανασχετεί. Δεν τον άφηνε πλέον να την αγγίζει όπως πριν. Δεν τον άγγιζε ποτέ. Δεν τον φώναζε κοντά της. Καθόταν μόνη σε ένα βραχάκι, και χανόταν μέσα στις σκέψεις της.
Τότε εμφανίστηκε η μάγισσα. Ήρθε ξαφνικά μέσα σε ένα μαύρο σύννεφο. Κάτι είπε στη νεράιδα και αυτή τον κοίταξε με βλέμμα λυπημένο. Ανέβηκε στο σύννεφο και πέταξε μακριά μαζί της.
Ο νέος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έφυγε. Τι είχε κάνει;

"Δεν μπορεί, θα ξαναγυρίσει... Δεν μπορεί να φύγει έτσι ξαφνικά, χωρίς ένα αντίο, χωρίς μια λέξη..." 

Περίμενε εκεί....
Περνούσαν οι εβδομάδες και ο νέος έστεκε πάντα δίπλα στη λίμνη. Οι μέρες έσερναν τις ώρες τους αργά, βασανιστικά. Κοιτούσε πάντοτε ψηλά, στον ουρανό. Κάθε φορά που έβλεπε ένα μαύρο σύννεφο να πλησιάζει σπρωγμένο από τον άνεμο, αναθαρρούσε.
Η καρδιά του πετάριζε. Περίμενε το σύννεφο να φέρει τη νεράιδά του πίσω. Εκείνο έφερνε όμως μόνο βροχή. Η νεράιδα δεν ξαναγύρισε ποτέ. 
Καθόταν στην άκρη της λίμνης και αναρωτιόταν...

"Γιατί;"

Καμία απάντηση από πουθενά... 
Η μάγισσα μόνο πέρναγε καβάλα στο σύννεφό της και γέλαγε χαιρέκακα.

"Τώρα να σε δω θνητέ, πού πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου.... Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου;  Έτσι είναι πάντα... Έτσι θα γίνεται πάντα... Όλοι σας χρειάζεστε μια πλάνη, μία σκιά να βαραίνει τα μάτια για να καταλάβετε, να σταματήσετε να είστε ευτυχισμένοι".

Μήνες ολόκληρους τον κοίταζε και γελούσε. Τον έβλεπε να μαραζώνει και η καρδιά της ευφραινόταν. Μέχρι που κάποια στιγμή πέρασε πάνω από τη λίμνη η μάγισσα με το λευκό σύννεφο. Είδε ο νέος το σύννεφο που κατέβαινε και άρχισε να τρέχει προς τα εκεί.
Ένα τεράστιο χαμόγελο εμφανίστηκε ξανά και το πρόσωπό του έλαμψε. Όμως στο σύννεφο ήταν μόνο μια μάγισσα που το κοίταζε με λύπη.

"Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου; Ποιος είσαι;"
"Εγώ περιμένω την αγαπημένη μου να έρθει πάλι στη λίμνη μας. Την ξέρεις; Φοράει ένα μαύρο μανδύα και είναι πολύ όμορφη. Έχει ένα θλιμμένο χαμόγελο... Έφυγε μια μέρα με ένα μαύρο σύννεφο και δεν ξαναγύρισε."

Η μάγισσα κατάλαβε..

"Έλα" του είπε... "Έλα να σου πω...."
"Τι μπορείς να μου πεις εσύ μάγισσα; Πού είναι η αγαπημένη μου;"
"Έλα να σου δείξω."

Ανέβηκε ο νέος στο σύννεφο και πέταξε μαζί με τη μάγισσα πάνω από βουνά και πεδιάδες. Έφτασαν σε ένα δάσος σκοτεινό όσο και η λίμνη του. Εκεί υπήρχαν δύο σκιές που πήδαγαν από βράχο σε βράχο. Γέλια αντηχούσαν και κραυγές. Αναγνώρισε τη φωνή της... Μα που ήταν; Τι έκανε εκεί;

"Γιατί;;;" ρώτησε τη μάγισσα.
"Δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι ο κόσμος. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει για πάντα. Δεν χωράει καλοσύνη και γαλήνη μέσα του. Πρέπει να υπάρχουν σκιές παντού."
"Γιατί όμως; Ποιον πειράζει αν όλα είναι φωτεινά; Αν υπάρχει παντού χαρά και αγάπη;"

Η μάγισσα δεν του απάντησε. Τον κοίταξε μόνο και κούνησε το κεφάλι της.

"Δεν κατάλαβες ακόμα; Ακόμα δεν μπορείς να καταλάβεις ότι τα ωραία πράγματα πρέπει να κρατούν για λίγο; Τι θα ήταν η ζωή σας αν παντού βασίλευε η ευτυχία; Ποιος θα μπορούσε να αντέξει αν όλα ήταν γύρω του όμορφα και εύκολα; Πως θα μπορούσες να κοιμηθείς, να ονειρευτείς εάν όλα είναι λουσμένα στο φως; Πως θα μπορούσες να νοιώσεις την χαρά της ηρεμίας αν ήσουν πάντα ήρεμος";
"Βλέπεις παλικάρι μου, ακόμα κι ο Ήλιος, δύει τη μισή μέρα. Παραχωρεί το θρόνο του στο βασίλειο των Σκιών. Μέσα εκεί ζει ο Έρωτας. Το υπέρτατο συναίσθημα ανήκει στη Νύχτα. Ανήκει στις Σκιές."

Ο νέος κατάλαβε.

"Όλα είναι μία αντίφαση. Η ευτυχία είναι ένα Όνειρο που κρατάει για λίγο. Είναι μια Στιγμή που τη ζούμε για να μας λείψει. Τότε καταλαβαίνουμε την αξία της. Τότε νοιώθουμε."
"Έλα πάμε πάλι πίσω. Εκεί στην πόλη από όπου ξεκίνησες. Τώρα ξέρεις. Τώρα μπορείς να ζήσεις κι εσύ σαν Άνθρωπος.
"Ναι, τώρα πόνεσα. Έμαθα. "
"Όχι ακόμα. Αλλά τώρα, μπορεί να μάθεις κάποτε." ... είπε η μάγισσα και γύρισε το σύννεφο πάλι στον ουρανό.

Η μέρα χάραζε και ο ορίζοντας ρόδιζε στο βάθος. Ένα ουράνιο τόξο σημάδευε το τέλος της μπόρας κάπου μακριά. Ο Ήλιος κόκκινος, σκορπούσε το φως του παντού. Μια ακτίνα ζέστανε το πρόσωπο του νέου. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε τη νεράιδά του.
Τι κι αν ήταν Μαύρη; Ήταν δικιά του, έστω και για μία στιγμή...

"Σε ευχαριστώ Μαύρη νεράιδα" φώναξε. "Σε ευχαριστώ που με έμαθες να νοιώθω. Με έμαθες ότι όλα είναι περαστικά."
"Πάμε... Ο κόσμος είναι γεμάτος νεράιδες. Ήρθε η ώρα να ψάξεις τη Λευκή νεράιδα. Είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει" ....





(αναδημοσίευση)


Fedra V.







Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

La Ballade of Lady and Bird






Bird: Lady?
Lady: Yes, bird?
Bird: It's cold
Lady: I know
Lady: Bird...I cannot see a thing
Bird: It's all in your mind
Lady: I'm worried
Bird: No one will come to see us
Lady: Maybe they come but we just don't see them What do you see?
Bird: I see what's outside
Lady: And what exactly is outside?
Bird: It's grown-ups
Lady: Well maybe if we scream they can hear us
Bird: Yeah, maybe we should try to scream
Lady: Ok, Bird
Lady & Bird: Heeeelp, Heeeelp!! Can you hear us now? Hello! Help! Hello, it's me...hey, can you see? Can you see me? I'm here... Nana, come and take us! Hello? Are you there? Hello?
Lady: I don't think they can hear us
Bird: I can hear you, lady
Bird: Do you want to come with me, lady?
Lady: Will you be nice to me Bird?
Lady: You're always nice to me because you're my friend
Bird: I try, but sometimes I make mistakes
Lady: Nana says we all make mistakes
Bird: Maybe we should scream more
Lady: Yes bird, let's scream more
Lady & Bird: Help! Help us! Come on! Help! Hello? Help! Hello? We're lost!
Lady: I don't think they can see us
Bird: Nobody likes us
Lady: But they all seem so big
Bird: Maybe we should just jump
Lady: What if we fall from the bridge and then nobody can catch us?
Bird: I don't know... let's just see what happens
Lady: Okay
Bird: Come with me
Lady: Shall we do it together?
Bird: Yeah
Lady & Bird: 1, 2, 3...AAAH!!
Bird: Lady?
Lady: Yes, bird?
Bird: It's cold
Lady: I know
Lady: Bird...I cannot see a thing
Bird: It's all in your mind

 





Fedra V.




Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

…και ζήσαν αυτοί καλά






Στα παραμύθια που δεν πίστεψα ποτέ και σε αυτά τα λίγα που πιστεύω, υπάρχει μια φράση αντίστοιχη με εκείνη των ταινιών με ευτυχισμένο τέλος. "… ζήσαν αυτοί καλά, και εμείς καλύτερα".


 Όταν το βιβλίο έκλεινε και η ιστορία τελείωνε, εμένα με βασάνιζε το ίδιο πάντα ερώτημα: "Και μετά; Τι έγινε μετά;"

Απάντηση δεν πήρα ποτέ από κανέναν. Γι αυτό και αποφάσισα να ψάξω να βρω μόνος μου την άκρη. 


Η αρχή ήταν να  φανταστώ το "μετά" ενός πασίγνωστου παραμυθιού. 
Το "μετά" αν …ΔΕΝ  ….είχαν ζήσει αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Η Κοκκινοσκουφίτσα. 


Στην Κοκκινοσκουφίτσα λοιπόν, για να σας θυμίσω, η ιστορία τελειώνει ως εξής:

Ο καλός ξυλοκόπος σκοτώνει τον κακό λύκο και σώζει την Κοκκινοσκουφίτσα και την γιαγιά της από τα δόντια του.

Κι ύστερα; 


Ύστερα,  η ζωή έμοιαζε να έχει ξαναβρεί τους κανονικούς της ρυθμούς.

Η γιαγιά συνέχιζε να μένει στο μικρό της σπίτι στο δάσος, παρά τις υποδείξεις όλων  ότι δεν ήταν διόλου ασφαλής εκεί.

Η Κοκκινοσκουφίτσα συνέχιζε να την επισκέπτεται καθημερινά για να της πηγαίνει φαγητό. Όλα έδειχναν άκρως φυσιολογικά. Έδειχναν. Γιατί στην πραγματικότητα, κάτι δεν πήγαινε καλά.


Αρκετά χιλιόμετρα μακριά απ’ το σπίτι της γιαγιάς,  στο  νοσοκομείο,  νοσηλευόταν ο  λύκος. Διάγνωση: κρανιοεγγεφαλικές κακώσεις και μώλωπες σε όλο το σώμα.

Τον είχε μεταφέρει εκεί, τρεις  μήνες νωρίτερα, ένα κακός ξυλοκόπος. (δυστυχώς κακοί υπάρχουν σε όλα τα επαγγέλματα).

Όλον αυτόν τον καιρό, ο λύκος βρισκόταν σε κώμα. Εκείνο όμως το πρωί έγινε το θαύμα.

Ο κακός  λύκος ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του.


- Πού βρίσκομαι ; , ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή.

- Στο νοσοκομείο είσαι, απάντησε η νοσοκόμα από την άλλη άκρη του δωματίου.

- Και τι κάνω εδώ;

- Καλά δε θυμάσαι τίποτα ;

- Απολύτως τίποτα.

- Περίμενε να φωνάξω το γιατρό.


‘Εξι ώρες αργότερα,  ο γιατρός επισκέφτηκε τον κακό λύκο (το σύστημα υγείας δεν λειτουργεί φυσιολογικά ούτε στα παραμύθια ).


- Πως είσαι ; ρώτησε ο γιατρός.

- Γιατρέ μου δεν θυμάμαι τίποτα. Ούτε γιατί είμαι εδώ, ούτε ποιος μ’ έφερε, ούτε καν το όνομα μου!

- Για να δούμε λοιπόν τι έχουμε εδώ… Σύμφωνα με το ταμπελάκι που βρίσκεται στο κρεβάτι σου είσαι ο "ο κακός ο λύκος " από το γνωστό παραμύθι η "Κοκκινοσκουφίτσα". Σ’ έφεραν  μετά από τα χτυπήματα που δέχτηκες από τον "καλό ξυλοκόπο".

- Γιατρέ μια άσχετη ερώτηση : Αυτός με χτύπησε και είναι καλός και εγώ που τις έφαγα είμαι ο κακός ;

- Μάαααλιστα…… Χμ…. Το πρόβλημα σου είναι πιο σοβαρό απ ό,τι νόμιζα. Ξεχνάς ότι πήγες να καταβροχθίσεις την Κοκκινοσκουφίτσα κι έκλεισες τη γιαγιά της στη ντουλάπα με τα χειμωνιάτικα ;

- Τι μου λέτε γιατρέ μου τώρα; Εγώ αυτή την Κοκκινοσκουπίτσα ούτε που την ξέρω.

- Κοκκινοσκουφίτσα ανόητε!

- Ναι, όπως κι αν τη λένε, εγώ αποκλείεται να προσπάθησα να τη φάω. Είμαι vegetarian!

- Και θες να σε πιστέψω δηλαδή ;

- Αν είχατε την ευχαρίστηση…

- Καλά… Εγώ θα κάνω ότι σε πιστεύω… αλλά στο εξής να προσέχεις τι τρως! Έχεις πρόβλημα με τη χοληστερίνη σου. Μόνο λαχανικά και καρότα!

- Ό,τι πείτε εσείς. Μπορώ να φύγω από εδώ ;

- Ναι βέβαια. Χρειαζόμαστε και το κρεβάτι. Τυχερός είσαι γιατί αν δεν είχες ξυπνήσεις και σήμερα θα σε δήλωνα νεκρό.

- Κατάλαβα, πείτε ότι έφυγα ήδη!


Στο μεταξύ, στο σπίτι της γιαγιάς κάποιος χτυπάει την πόρτα.


- Ποιος είναι ; ρωτάει η γιαγιά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, ανήμπορη να σηκωθεί.

- Γιαγιά, η Κοκκινοσκουφίτσα είμαι!

- Α, έλα παιδάκι μου. Μπες. Το κλειδί είναι πάνω στην πόρτα.  Άνοιξε και μπες.


 Και αφού μπαίνει μέσα….


- Γεια σου γιαγιάκα. Σου έφερα γλυκό που έφτιαξε η μητέρα μου.

- Σ’ ευχαριστώ Κοκκινοσκουφίτσα μου. Και τι γλυκό μου έφερες ;

- Κουραμπιέδες,  γιαγιάκα μου.

- Ήμαρτον κοριτσάκι μου!. Από τα Χριστούγεννα κουραμπιέδες μου φέρνεις και είναι καλοκαίρι πια! Πόσους είχε φτιάξει επιτέλους η μάνα σου ;

- Οι ίδιοι είναι γιαγιάκα μου, απλώς κάθε φορά που φεύγω τους παίρνω μαζί μου. Ξεχνάς πως έχεις ζάχαρο και δεν κάνει να τρως γλυκά ;


Οι συζητήσεις της Κοκκινοσκουφίτσας με τη γιαγιά της δεν έβγαζαν ποτέ, πουθενά. Γι αυτό, ας δούμε καλύτερα τί κάνει ο κακός λύκος από τότε που βγήκε απ το νοσοκομείο…


Σ’ ένα δάσος λοιπόν….


- Πω πω, τί λιγούρα είναι αυτή που έχω! Και είπε κι ο γιατρός να μη τρώω τίποτα παρά μόνο λαχανικά και καρότα. Α ωραία! Να ένα καρότο. Ας το φάω!


Και όπως κάνει ο κακός ο λύκος να φάει το καρότο ακούει…


- Με θυγχωρείται , εθείθ δεν είθτε ο κακόθ ο λύκοθ;

- Ναι, έτσι λένε . Με ποιον έχω την τιμή να ομιλώ;

- Έναθ λαγόθ είμαι κύριε. Κι εθείθ πάτε να φάτε το καρότο μου.

- Ξέρετε, είναι συνταγή γιατρού. Έχω κάτι στερητικό στη χολή μου και ο γιατρός μου είπε να αποφεύγω τις καταχρήσεις.

- Θυγνώμη κύριε λύκε, μήπωθ είθτε κόπανοθ ;

- Γιατί το λέτε αυτό κύριε λαγέ ;

- Οι λύκοι δεν παθαίνουν χοληθτερίνη. Πολύ απλά, ο γιατρόθ θαθ κορόιδεψε για να μη φάτε την Κοκκινοθκουπίθα.

- Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η Κοκκινοσκουπίτσα που θέλω να φάω ;

-  Κοκκινοθκουπίθα ανόητε. Μα θτ’ αλήθεια έχειθ πάθει αμνηθία ;

- Δυστυχώς, ναι!

- Θα θε βοηθήθω εγώ.


Τότε, ο λαγός κάθισε και είπε στον κακό λύκο τα πάντα.. Κι εκείνος ως εκ θαύματος τα θυμήθηκε όλα. Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί, πήρε το μονοπάτι για να φτάσει στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας.



 - Ωραίαααα… εδώ είμαστε. Ήρθε η ώρα που περίμενα επιτέλους.  Ας χτυπήσω τη πόρτα. 


ΤΟΚ ΤΟΚ ΤΟΚ


- Ποιος είναι ; φώναξε η γιαγιά.

- Η Κοκκινοσκουπίτσα είμαι γιαγιά! Άνοιξέ μου! Όχι, λάθος… η Κοκκινοθκουπίθα ή όχι… τέλος πάντων η Κοκκινοτέτοια η εγγονή σου είμαι!

- Αχ, παιδάκι μου… μα δεν σου είπα ότι το κλειδί είναι επάνω στη πόρτα ; Άνοιξε και μπες.


Ο κακός ο λύκος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Μόλις τον είδε η γιαγιά, είπε τρομαγμένη:


- Εσύ δεν είσαι η Κοκκινοσκουφίτσα! Μα, για να σε δω καλά… Θεέ μου, πάλι εσύ ;

- Μην ανησυχείς, δεν θα σε πειράξω. Εγώ την Κοκκινοσκουπίτσα θέλω να φάω. Εσένα, απλά θα σε δέσω και θα βάλω μέσα στη ντουλάπα.

- Όχι, σε παρακαλώ! Όχι πάλι στη ντουλάπα! Προχθές ξεμύρισα από τις ναφθαλίνες. Βάλε με καλύτερα στο ψυγείο.


Ο καλός λύκος έδεσε τη γιαγιά και την έκρυψε μέσα στο ψυγείο. Μετά, φόρεσε τα γυαλιά της και τα ρούχα της και κάθισε να περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα να έρθει. Έτσι κι έγινε. Λίγη ώρα αργότερα, έφτασε η Κοκκινοσκουφίτσα.


- Γεια σου γιαγιάκα μου.

- Ήρθες, Κοκκινοσκουπίτσα μου ;

- Ήρθα, γιαγιά μου. Σου έφερα και γλυκά γιατί με τις τελευταίες εξετάσεις που έκανες δεν είχες ζάχαρο.

- Καλά,  το γλυκό θα το φάω μετά το φαγητό.

- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά ;

- Είναι κληρονομικό,  παιδάκι μου. Έτσι είναι τ’ αυτιά στο σόι μας… σαν τηγανήτες. Μη στεναχωριέσαι όμως, θα μεγαλώσουν και τα δικά σου.

- Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο κόκκινα μάτια  ;

- Δεν είναι τίποτα παιδάκι μου, δεν έχω κοιμηθεί καλά.

- Και γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα ; Μάλλον,  άσε μη μου απαντήσεις. Φάε πρώτα το γλυκό που σου έφερα.

- Τι καλό μου έφερες ;

- Κουραμπιέδες. Έλα φάε.


Και τότε ο κακός ο λύκος έκανε το μοιραίο λάθος. Έφαγε τον κουραμπιέ που από την πολυκαιρία και το πήγαινε- έλα είχε γίνει σαν βότσαλο με ζάχαρη. Έτσι, έσπασε όλα του τα δόντια και άρα η Κοκκινοσκουφίτσα τη γλίτωσε δια παντός! 




Το συμπέρασμα που έβγαλα λοιπόν είναι ότι, πάντα, εκείνοι ζουν καλά κι εμείς καλύτερα. Κι όποιος αμφιβάλει ή έχει χάσει την πίστη του στα παραμύθια ή την παιδική του αθωότητα.  


ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΣΟΚΟΣ



Fedra V.